A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Η κρίση, ο βουτηχτής κι η Νταίζη Ντακ παραδουλεύτρα

Τον τελευταίο καιρό μου έρχεται στο μυαλό όλο και πιο συχνά μια ιστορία. Από κείνες τις χαριτωμένες που διασκεδάζουν και διδάσκουν, και σου τυπώνονται στο μυαλό χωρίς να το καταλάβεις-επειδή την ώρα που τις διαβάζεις το απολαμβάνεις. Τη διάβασα πρώτη φορά πιτσιρίκι, γύρω στα 8 ή στα 9… Όχι, δεν ήμουνα τόσο «σπασικλάκι», ούτε «παιδί-θαύμα» να διαβάζω δοκίμια ενώ άλλαζα δόντια. Ήταν μια ιστορία από κάποιο Μίκυ Μάους. Μιλάω για τα κλασικά-κλασικότατα κόμικς του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Ο Μίκυ Μάους, το έξυπνο, θαρραλέο, καλόκαρδο ποντίκι-κι ο Ντόναλντ Ντακ, το γλυκύτατο, ενθουσιώδες αλλά πάντα άτυχο…παπί(!)-οι δυο βασικοί ήρωες-και φυσικά, όλο τους το… τεράστιο σόι-με τις μισές ιστορίες να εκτυλίσσονται στο Μίκυ Σίτυ (εκεί που ζει ο Μίκυ με τους δικούς του) και τις άλλες μισές στη Λιμνούπολη (εκεί που ζει ο Ντόναλντ με τα υπόλοιπα…παπιά!). Αμερικάνικο «φρούτο» κι αυτό, ναι-ποιος λέει όχι-όμως προϊόν της «άλλης», της «ψαγμένης» πλευράς που έχει η κουλτούρα της «μαμάς» Αμερικής: η «ζωντανή» τέχνη που προβληματίζει και δεν αποβλακώνει. Τα Μίκυ Μάους δεν είχαν ούτε έχουν καμιά σχέση με τις υπόλοιπες βρωμοφυλλάδες της βλαχοαμερικανιάς. Δεν είχαν μπρατσωμένους «αρκουδόμαγκες» που σκοτώνουν από χόμπυ, σέξι μισοντυμένες χαζές έφηβες, εφιαλτικά κοριτσάκια με εκνευριστική φωνή και μάτια βατράχου, σαν το Γκόλουμ από τον «Άρχοντα των δαχτυλιδιών»-ούτε παχύσαρκα αρκουδάκια από πράσινη γλίτσα με κοιλιά βουλευτή και χοληστερίνη από το πολύ…παριζάκι. Έλεος. Τί δουλειά έχουν τα παιδικά ματάκια μ’ αυτά τα εκτρώματα…
Μιλάω για τα αγαπημένα-τα λατρεμένα μου Μίκυ Μάους. Είναι μια αγάπη που δε σβήνει ποτέ. Κάποτε τα διάλεγα θαρρετά από το ράφι. Σήμερα διαλέγω εφημερίδες. Όμως περνάω πάντα απ’ το ράφι που ποζάρουν και μου κλείνουν το μάτι οι παλιοί μου φίλοι: ο Μίκυ, η τσαχπίνα Νταίζη, ο αγαπημένος μου Γκούφη κι ο γλυκός μου ο Ντόναλντ… Συνήθως δεν τολμάω ν’ αγοράσω τεύχος, αλλά πάντα βρίσκω ευκαιρία να τα ξεφυλλίσω στα κρυφά. Πάντα μου έκαναν παρέα τα Χριστούγεννα: έξω κρύο, βροχή ή μπορεί και χιόνι κάποιες φορές, αν ήμασταν τυχεροί-μισοσκόταδο, τζάκι ή σόμπα, τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου ο μοναδικός φωτισμός, στο στόμα η γεύση του μελομακάρονου κι οι ιστορίες του Μίκυ Μάους. Πάντα χριστουγεννιάτικες αυτές τις μέρες-προσαρμοσμένες πάντα με την εποχή. Έφαγα αμέτρητες κατσάδες-και μαζί κληρονόμησα και μόνιμη «στραβομάρα» (μυωπία είπε ο γιατρός)-γι’ αυτή μου τη συνήθεια να διαβάζω στο μισοσκόταδο. Αυτή μου όμως την παιδική χριστουγεννιάτικη ανάμνηση δεν την αλλάζω με τίποτα. Μα τίποτα.
Τώρα μια απ’ αυτές τις ιστορίες μου έρχεται στο νου ξανά και ξανά. Όχι αυστηρά χριστουγεννιάτικη-όσο τη σκέφτομαι όμως τη βρίσκω τρομερά επίκαιρη. Αλλά για άλλο λόγο.
Θέλησε, λέει, κάποια μέρα ο Ντόναλντ Ντακ να παραθέσει πάρτυ. Ο πραγματικός σκοπός του όμως ήταν να κάνει ένα οργανωμένο «χουνέρι» στην αρραβωνιαστικιά του-τη γλυκύτατη…παπίτσα Νταίζη Ντακ-με τη φουντωτή ουρίτσα, το άσπρο φρουφρουδένιο παντελονάκι και τον τεράστιο φιόγκο στο κεφάλι… Ο Ντόναλντ δεν ήθελε να ταλαιπωρήσει έτσι χωρίς λόγο την αγαπημένη του: απλώς είχε βογκήξει το παιδί στην αναμονή-γιατί η καλή του τον έστηνε, κάθε φορά που ήταν να βγουν μαζί, να την περιμένει με τις ώρες μέχρι να στολιστεί… Θέλησε λοιπόν να της δείξει με τον τρόπο του ότι ο καλλωπισμός δεν είναι το παν: ότι δε χρειάζεται να υπερβάλλουμε, όταν φροντίζουμε την εξωτερική μας εμφάνιση… Τί έκανε λοιπόν; Πρώτα πρώτα κάλεσε φίλους, γνωστούς και συγγενείς – και πρώτη πρώτη τη Νταίζη, φυσικά – για μια ξεχωριστή γιορταστική βραδιά στο σπίτι του. Ένα «πάρτυ μασκέ». Έβαλε μέχρι και είδηση στην τοπική εφημερίδα: ανακοίνωσε ότι οργανώνει ένα πάρτυ μεταμφιεσμένων. Όχι συνηθισμένο πάρτυ, όμως. Το θέμα του θα ήταν «τα ρούχα της δουλειάς!». Οι καλεσμένοι του-έλεγε η πρόσκληση-έπρεπε να παρουσιαστούν ντυμένοι με…ρούχα αγγαρείας! Όμως συνεννοήθηκε κρυφά με όλη την παρέα-εκτός από τη Νταίζη-ότι το θέμα του πάρτυ ήταν απλώς μια μπλόφα: όλοι θα έρχονταν ντυμένοι στην τρίχα, όπως στις μεγάλες δεξιώσεις της Λιμνούπολης. Όλοι, εκτός από τη Νταίζη, που δεν ήξερε τίποτα… Εκείνη θα παρουσιαζόταν ντυμένη παραδουλεύτρα-και θα έπεφτε μούρη με μούρη με όλους τους καλοντυμένους φίλους της, που θα ήταν στολισμένοι σαν λόρδοι… Βάρβαρη φάρσα για μια γυναίκα που θέλει να’ ναι πάντα κομψή!
Πράγματι, η καημένη η Νταίζη εμφανίστηκε με φακιόλι, μπαλωμένα ρούχα, σκούπες, σφουγγαρίστρες κι όλα τα συναφή… Και βλέπει ξαφνικά απέναντί της όλη την παρέα, στολισμένη σαν να πήγαινε σε χοροεσπερίδα, με τουαλέτες και γούνες και παπιγιόν… Κι ο καλός της-ο Ντόναλντ-να την κοιτάζει ξεκαρδισμένος στα γέλια μέσα στο κομψό του σμόκιν… Πώ πώ ντροπή για μια τόσο κομψή πάπια!
Όμως-όπως πάντα-πίσω είχε η αχλάδα την ουρά. Μέσα στον ενθουσιασμό του που η φάρσα του πήγε καλά, ο Ντόναλντ τελικά την πάτησε αγρίως… Μια ομάδα δημοσιογράφων της Λιμνούπολης από τις κοσμικές στήλες, πληροφορήθηκε για το πάρτυ-μασκέ «ρούχα της δουλειάς» και θέλησε να καλύψει το γεγονός… Κι όπως πάντα, έσπευσαν απρόσκλητοι στο πάρτυ-ενώ περιορίστηκαν μόνο στο να ειδοποιήσουν, λίγη ώρα πριν, μ’ ένα τηλεφώνημα… Τί να τους πει ο Ντόναλντ; Ότι το πάρτυ ήταν φάρσα; Τότε θα τον έθαβαν… Να τους πει ότι δε θέλει δημοσιότητα; Τότε θα άναβε ακόμα πιο πολύ την περιέργειά τους: έπρεπε να τους δεχτεί οπωσδήποτε… Ο ενθουσιασμός ολωνών έγινε πανικός. Οι δημοσιογράφοι όπου να’ ναι θα κατάφταναν. Πώς θα τους δέχονταν έτσι ντυμένοι, τί θα έβρισκαν να δικαιολογηθούν; Θα γίνονταν όλοι ρεζίλι των σκυλιών…
Όλοι; Όχι όλοι… Η μόνη που…πληρούσε τις προδιαγραφές του πάρτυ, ήταν τελικά η Νταίζη… Μόνο εκείνη φορούσε ήδη τα ρούχα της δουλειάς, όπως ήξεραν οι δημοσιογράφοι! Να που ήρθαν τελικά τα πάνω κάτω…
Όμως, η Νταίζη μπορεί να το παράκανε λιγάκι όταν καλλωπιζόταν-αλλά ήταν παπίτσα με φιλότιμο και κατανόηση. Και προπαντός μεγάλη καρδιά… Χάρηκε βέβαια που βγήκε η ίδια από τη δύσκολη θέση-όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει τους φίλους της και τον καλό της αβοήθητους… Αποφάσισε λοιπόν να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Έπρεπε μέσα σε λίγη ώρα τα πολυτελή ρούχα των φίλων της να μετατραπούν σε ρετάλια… Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να δίνουν την εντύπωση ότι είναι ρούχα της δουλειάς…
Δεν ήταν εύκολο-όμως η Νταίζη ανέκαθεν ήταν γυναίκα αποφασιστική. Αφού έκανε διάφορες προσπάθειες χωρίς αποτέλεσμα, τελικά βρήκε τη λύση: έπρεπε να θυσιαστεί ένας, για να σωθούν οι υπόλοιποι… Ποιος θα αναλάμβανε την παλικαριά; Μα φυσικά, ο καλός της-ο Ντόναλντ-που ήταν και ο…ηθικός αυτουργός όλης της λαχτάρας που οργανώθηκε εις βάρος της! Έτσι, θα βοηθούσε τους φίλους της-και θα’ παιρνε και το αίμα της πίσω… Μέσα σε λίγα λεπτά, λοιπόν, ο Ντόναλντ αναγκαστικά έβγαλε σμόκιν, παντελόνι, πουκάμισο, κι αφού έγινε όπως όταν…βγήκε από τ’ αυγό(!), παρέδωσε τα ρούχα του στην καλή του… Ίσα ίσα που πρόλαβε –αντί για άλλο ρούχο-να…φορέσει ένα άδειο βαρέλι! Η Νταίζη αστραπιαία κομμάτιασε όλα τα ολοκαίνουργια ρούχα του αρραβωνιαστικού της, έφτιαξε μπαλώματα και μ’ αυτά…μπάλωσε όλα τα κουστούμια και τις τουαλέτες των φίλων της! Τα κατάφερε τόσο καλά, που μέσα σε λίγη ώρα το δωμάτιο γέμισε… παραδουλεύτρες, αχθοφόρους, οικοδόμους κι εργάτες! Κι όταν τελικά παρουσιάστηκαν οι δημοσιογράφοι με μικρόφωνα, κασετοφωνάκια, φωτογραφικές μηχανές και κάμερες, όλα ήταν εντάξει… Ούτε και για τον Ντόναλντ υποψιάστηκαν τίποτα, όταν τον είδαν…ολοτσίτσιδο, σαν νεογέννητο παπί μέσα στο βαρέλι! Φαντάστηκαν ότι –υποτίθεται-έτσι…ντύνεται, όταν…καθαρίζει βαρέλια! Κι έτσι ούτε η φάρσα του Ντόναλντ είχε…δραματική κατάληξη, ούτε ρεζιλεύτηκε κανένας-ούτε κι η Νταίζη έμεινε παραπονεμένη…
Μη μου πείτε ότι δε σας θυμίζει τίποτα η ιστορία… Για σκεφτείτε το λίγο… Βάλτε στη θέση της Νταίζη το…μέσο εργαζόμενο: τόσα χρονάκια αγωνίστηκε, στερήθηκε, πάλεψε για να κατακτήσει αυτά που δικαιούνταν. Κουτσά στραβά, τα κατάφερε να’ χει μια αξιοπρεπή ζωή: έμαθε να δουλεύει, να απολαμβάνει, να διεκδικεί συνεχώς το καλύτερο, να ζητάει να ανταμείβονται οι κόποι του-ίσως και να το παράκανε καμιά φορά, βουτώντας σε υπέρογκα χρέη για να κατακτήσει όχι ουσιώδη αγαθά, που ήταν πέρα απ’ τις δυνάμεις του (δάνειο διακοπών, δάνειο για κρουαζιέρες, δάνειο για… σκι στην Ελβετία!), τουλάχιστον όμως σ’ αυτή την περίπτωση μπορούσε τουλάχιστον να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο και να θεωρήσει τον εαυτό του θύμα των δικών του λαθεμένων αποφάσεων. Και να προσπαθήσει μετά να ξελασπώσει όπως μπορούσε. Έτσι κι αλλιώς, το είχε αποφασισμένο το «μακροβούτι»… Μαθημένος στα μακροβούτια έτσι κι αλλιώς… Άλλωστε πάντα λίγοι ήταν οι χαζοί που κατέφευγαν στα δάνεια μόνο και μόνο για να κάνουν το ψώνιο τους: ο πολύς κόσμος, όταν καταφεύγει στις τραπεζικές «δαγκάνες», συνήθως καίγεται. Έχει πραγματική ανάγκη. Γνωστή και παλιά τέχνη λοιπόν το οικονομικό μακροβούτι… Αλλά και τί ικανοποίηση να βλέπεις ότι το μακροβούτι σου δεν πήγε τελικά χαμένο… Πώς να το κάνουμε, ωραίο πράγμα να καμαρώνεις μετά το σουλουπωμένο σπιτάκι σου, το καινούργιο σου αυτοκινητάκι, το παιδί και το ανίψι που σπουδάζουν-κι ας πνίγεσαι εσύ. Είναι γλυκό αυτό το πνίξιμο…
Κι ο γνωρίζων από «μακροβούτια» τέτοιου είδους ξέρει καλά πόσο μεγάλη «σαρακοστή» τον περιμένει μετά… Για μεγάααλο διάστημα… Ξέρει από την αρχή ότι πρέπει να βρει ένα μεγάλο σουβλί και ν’ ανοίξει κάμποσες τρύπες στο ζωνάρι του-δηλαδή να πάρει μια μεγάλη «ψαλίδα» και ν’ αρχίσει να κόβει τα περισσευούμενα… Ό, τι περισσεύει να το κόψει αλύπητα και δίχως δισταγμόν… Μεταφράζω: όταν λέω να κόψει, εννοώ να κόψει από τα έξοδα… Αρχίζοντας από τα εντελώς περιττά, εάν υπάρχουν (που δεν είναι και πολλά, πανάθεμά τα-άλλωστε ούτως ή αλλέως τα εντελώς περιττά μονίμως κομμένα εξ αρχής είναι), περνώντας μετά στα… όχι και τόσο απαραίτητα-και συνεχίζοντας (δυστυχώς) ακόμα και σε μερικά από τα απολύτως απαραίτητα… Να ξέρει ότι μέχρι να ξεπληρώσει το χρέος του στους τραπεζοκένταυρους-ποτέ δηλαδή (σε σαρανταέξι τέρμενα σε περιμένει ψηλός μελαχροινός και θέλει να σε παντρευτεί, υπομονή Μαριγούλα και τον φάγαμε το γάιδαρο) θα πρέπει να διαλέγει πάντα τη φτηνή μάρκα τα μακαρόνια, να ξεχάσει χαβιάρια-σολωμούς-πορτσίνι-τσιπούρες-φιλέτα-αστακοκαραβιδογαριδομάνες, να καταδέχεται να φορέσει τη μαϊμουδίτσα το τζην και το συνολάκι του δεν-τον-ξέρει-ούτε-κι-η-μάνα-του αγνώστου σχεδιαστού (τί σχεδιαστού μωρή, της κυρα-Νίτσας της κοπτοραπτούς που έχει το ατελιέ της πάνω απ’ το μανάβικο είναι το ταγιεράκι που θα βάλεις φέτος το Πάσχα, ξέχασέ τα τα επώνυμα-άλλωστε μια χαρά σου έρχεται, πες δόξα τω Θεώ που βρέθηκε κι αυτό), τα καλοκαίρια με τον καύσωνα να λέει «δόξα σοι ο Θεός», αν είναι νησιώτης κι έχει τζάμπα θάλασσα, ή «σώσον Κύριε τον λαόν σου» αν είναι στεριανός και δεν έχει πού να πέσει να δροσιστεί. Τί με κοιτάς, γέμισε τον κουβά κρύο νερό και βούτα το ξεροκέφαλό σου μέχρι να σκάσεις να ησυχάσουμε. Να επιβεβαιώνει στην πράξη-κι όχι «θεωρητικώς»-όλα εκείνα τα γλυκά ερωτικά τραγουδάκια, που μιλάνε για μεγάλες αγάπες σε κάμαρες μικρές-γιατί ξέρει ότι μπορεί να περάσει καλά ακόμα κι αν δεν έχει να ξοδέψει πέντε-έξι κατοστάρικα σε μια βραδιά. Να του φτάνουν δυο μπυρίτσες, ένα φεγγαρόφωτο-και δυο αγαπημένα μάτια… Τα Χριστούγεννα να τα ευχαριστιέται ο, πουδήποτε, αρκεί να είναι μαζί μ’ αυτούς που αγαπάει-κι ας μην είναι και στην Ελβετία. Ούτε καν στην Πάρνηθα… Να ξέρει ότι είναι σε καλύτερο μέρος: στην αγαπημένη του αγκαλιά…
Τί νομίσατε, μάινε χέρρεν;… Μια ζωή συνήθισε στο μακροβούτι ο εργαζόμενος, τώρα θα κωλώσει;… Μια ζωή συνήθισε ντυμένος παραδουλεύτρα-α ρε Νταίζη, πώς μας καταλαβαίνεις-τώρα θα φοβηθεί την κρίση; Μα έτσι κι αλλιώς, από τότε που γεννήθηκε έχει ήδη πάρει τη βαθιά ανάσα κι έχει βουτήξει με το κεφάλι προ πολλού σε άγνωστα βαθιά νερά επιτοκίων και χρεών-που στο λαιμό να σας κάτσουνε, δυσκοίλιες αμερικανοευρωπαϊκές παλιομπετούγιες… Εδώ και χρόνια ο μέσος εργαζόμενος κολυμπάει στον πάτο με κρατημένη την ανάσα… Κι ας τον βλέπετε μικρό κι αδύναμο, έχει μεγάλα πνευμόνια που δεν του φαίνονται… Επειδή ξαφνικά ξυπνήσατε μια ωραία πρωία κι ανακαλύψατε – τάχα μου – ότι το εθνικόν συρτάρι είναι άδειο;… Ε, αυτός μια φορά δεν τα’ χει πάρει…Κι όπως έλεγε κι η γιαγιά μου… Βγάλτε σβέρκο και λαιμό και βρείτε τρόπο να το γεμίσετε…

Και εις έτη πολλά!!!

Παρασκευή Κουτούμπα
Σκιάθος

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

"Πίσω, πατρίδα, αμπλά..."

(Νοσταλγία, ξενιτιά και αποχωρισμός. Αλλά και αγάπη πέρα και πάνω από τα όρια μιας χώρας. Μαζί μ'ένα σακουλάκι χώμα από την πατρογονική γη-εκεί που αναπαύτηκε η χαμένη αδελφή. Η "αμπλά"... Δεν πειράζει να κλαις, όταν τα δάκρυα βγαίνουν κατευθείαν από την καρδιά... Είναι σπάνια και πολύτιμα.)

Εδώ και μέρες ένοιωθε μια βαριά σκιά να’ρχεται στον ύπνο του. Σαν ένα πρόσωπο, μια οπτασία που ήξερε τ’ όνομα του και τον καλούσε με αγάπη κάθε φορά που αποκοιμιόταν. Στην αρχή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μορφή που τον επισκεπτόταν. Στα λόγια πάλι, μόνο τ’ όνομα του σαν κάπως να’πιανε και μετα κάτι ακαθόριστο, πότε πότε του φαινότανε πως αναγνώριζε σκόρπιες λέξεις: “πίσω”, “Πατρίδα”, “αμπλά”…… μα παλι δεν ήταν ποτε σίγουρος. Και μιαν απέραντη τρυφερότητα ένοιωθε σ’αυτά τα λόγια. Αναλογιζότανε τ’ όνειρο σαν ξυπνούσε, μα ύστερα τον ρουφούσε η δίνη της ημέρας και το ξέχναγε.

Είχε βαρύνει η μέρα του τελευταία. Μετα τη δουλειά, έφευγε στο νοσοκομείο να δει τη γιαγιά του. “Τόσα χρόνια οι έγνοιες και οι αποστάσεις δε μ’άφηναν να τη δώ, και τη βλέπω τώρα να ετοιμάζεται “σκέφτονταν και ύστερα πάλι ένοιωθε τύψεις, γιατι ήξερε πως δεν ήταν μόνο αυτό: Πάνω απ’όλα η αμέλεια του ήταν, ο εφησυχασμός, “δεν έχω δικαιολογία” σκεφτόταν και παρα λίγο βούρκωνε, καθως η μηχανή του κατάπινε τα χιλιόμετρα από τον Πειραιά στο Νοσοκομείο. Πειραιάς-νοσοκομείο, μια διαδρομή που έκαμε και η γιαγιά του. Ένα κομμάτι της Οδύσσειας της, το πιο εύκολο μέχρι τώρα, το κομμάτι το προτελευταίο. Τι ήταν γι’αυτή τη θυμόσοφη Καραμαλού αυτή η στάση; Πόσες διαδρομές είχε κάμει στη ζωή της, πόσους κόσμους γύρισε όχι για αναψυχή, όπως αυτός, αλλά από ανάγκη; Ήξερε λίγο, είχε ακούσει κάτι ιστορίες, κι απ’αυτήν κι από τ’ αδέλφια της όταν, παιδί ακόμα ατίθασο και ανήσυχο, κρυφάκουγε τις συζητήσεις των μεγάλων. Όταν ο πατέρας του, αντί να τον κοιμίσει, αποκοιμιόταν αυτός κάτω από το βάρος μιας γεμάτης μόχθο μέρας, κι αυτός δραπετευε από το κρεββατάκι του και χωνότανε μέσα στα πόδια συγγενών και φίλων. Κι άλλες ιστορίες έχει καταγράψει, πιο μεγάλος, όταν άρχισε ν’ αναρωτιέται ποιος είναι. Κάτι ήξερε, κάτι είχε ακούσει. Μέρη που ποτέ δε γνώρισε, ονόματα παράξενα, και πορείες πάνω κάτω στο χώρο και στο χρόνο. Κάποιες απορίες τις έλυνε σιγά σιγά, άλλες τον απασχολούσαν ακόμα.

”Η προγιαγιά σου, τα ελληνικά τα’ μαθε στη Δραπετσώνα” του έλεγαν οι μεγάλοι. Τη θυμόταν καλά. Με τη βαριά προφορά της, μέσα σε μια καμαρα στην Υπαπαντή φορτωμένη χαλιά, κασέλες και ένα γραμμόφωνο 78 στροφών. Και τα παιδιά της να της μιλούν Τούρκικα. Όλα. Ακόμα και ο πιο μικρός αδελφός της γιαγιάς του, που δεν γεννήθηκε στην Πατρίδα όπως οι άλλοι, αλλά μέσα σε μια σκηνή στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς. Στην αρχή αυτά του φαινότανε παράξενα. Πως, Έλληνες αυτοί, μιλούσανε πρώτα τα Τουρκικά; Και πως, ενώ ήταν Πειραιώτες, ήταν ΑΕΚτζηδες; Χαμογελούσανε στις ερωτήσεις του αλλά είχε μια πίκρα αυτό το χαμόγελο. “Αυτά μιλούσαμε στην Πατρίδα…”Δεν είμαστε μόνο Πειραιώτες…” Κουβέντες μετρημένες και κοφτές, και επιστροφή στο μεροκάματο, δε σταματά ποτέ αυτό το πήγαιν’ έλα.


Στο διάδρομο του νοσοκομείου οι συνήθεις επισκέπτες. Ξαδέρφια και συγγενείς, πρόσωπα που μαζεύονταν πια σχεδόν μόνο σε τέτοιες καταστάσεις. Γύρισε σπίτι του αργά, η κατάσταση σταθερά άσχημη.



Η οπτασία ξαναήρθε. Αυτή η φωνή ήταν γνωστή, τη χροιά της την είχε ξανακούσει. Πότε; Φαινότανε να χάνεται κάμποσα χρόνια πίσω, αλλά και πιο κοντά, κάποιες μέρες πίσω, κάποιες ώρες πίσω. “Πίσω”, μετα “Πατρίδα”, μετα “αμπλα”, μετα κι άλλα που δεν τα’ νοιωθε. Ξύπνησε απορημένος. Μέχρι το πρωί η οπτασία δεν ξαναήρθε.

Την είχε συνηθίσει πια. Παρ’ όλο που δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει, ο ύπνος του είχε γίνει πιο γλυκός. Ένοιωθε μια ζεστασιά να τον αγκαλιάζει και τον προστατεύει, κάποιον να το νοιάζεται. Η απορία του μεγάλωνε.

Είχε καιρό να παει στον Αγιο Σάββα. Τον είχαν χτίσει οι πρώτοι πρόσφυγες όταν έφτασαν στην Παλιά Ελλάδα, και μια εικόνα που ιστορούσε το συντοπίτη τους Άγιο και που είχαν φέρει από την Πατρίδα ήταν πάντα πνιγμένη στα τάματα και στις ευχαριστίες. Μπήκε αθόρυβα, ο νεωκόρος ούτε καν τον πρόσεξε. Άναψε ένα κερι, έκατσε λίγο σκεφτικός μπροστά στην εικόνα. Διέκρινε τη σιλουέτα ενός ιερέα και τον πλησίασε. Γιος του ιερέα του χωριού στην Καππαδοκία, μεγάλος πια κι αυτός συνέχιζε να διακονεί ένα ποιμνιο που έπρεπε, τρεις γενιές τώρα, να αλλάξει για ν’αντιμετωπίσει καινούργιες καταστάσεις παραμένοντας το ίδιο. Τον θυμόταν άραγε, παπαδάκι κάθε Μεγάλη Εβδομάδα να συνορίζεται με τ’ άλλα παιδιά το Ευαγγέλιο στην περιφορά του Επιταφίου; Ένα Ευαγγέλιο που έμοιαζε με όλα τα άλλα Ευαγγέλια, με το χρυσό του δέσιμο και τις σελίδες τις κιτρινισμένες κι εκείνα τα γράμματα τα Ελληνικά που όμως δε σχηματίζανε Ελληνικές λέξεις. Που μαζί με την εικόνα, ήρθε από απέναντι πριν χρόνια, συμπυκνώνοντας τον ιδρώτα και τον κόπο μιας γης που αυτός ποτε δεν πάτησε, μια πορεία αιώνων που κόπηκε ξαφνικά το ’24. “Δείξε μου πάλι το Ευαγγέλιο παπα-Πρόδρομε” τον παρακάλεσε. Ο γέροντας του ‘δειξε μια προθήκη, πίσω από το τζάμι το Ευαγγέλιο ήταν ανοιγμένο σε μια σελιδα, έτσι τυχαία άραγε; “Είναι η ευχή για τους νεκρούς”, του είπε ο παππάς.

”Ένας ένας και φεύγουν, αυτοί που γεννήθηκαν εκεί. Πρέπει λοιπόν να μπορούν οι ψυχές ν’ ακούσουν το κατευόδιο στη γλώσσα που πρωτόμαθαν. Και που δεν ξέχασαν όσο βρίσκονταν εδώ. Τη γλώσσα που αναγκάστηκαν να μιλούν αφήνοντας τη δική τους πολλές γενιές πίσω, ζώντας ανάμεσα σε ξένους για οκτώ αιώνες. Όμως ποτε δεν έχασαν την ταυτότητά τους. Έμειναν Ρωμιοί, αντιστεκόμενοι για οκτώ αιώνες, κι είχαν σα σημείο αναφοράς πάντα τα όποια κράτη του Ελληνισμού. Είχαμε πια χαθεί για το Βυζάντιο, κι όμως οι εκκλησίες που χτίζαμε στα 1216/17, έγραφαν “επι βασελεως Θεοδορου Λασκαρι”, αφού τότε η Αυτοκρατορία της Νίκαιας ήταν η πιο κοντινή σε μας κι η Πόλη φραγκεμένη. Κι όταν χάσαμε τη γλώσσα μας, με Ελληνικούς χαρακτήρες γράφαμε τα τουρκικα. Είμασταν ήδη σκλάβοι όταν έπεσε η Πολη, και μείναμε σκλάβοι όταν άρχισε να ελευθερώνεται σιγα σιγα η Ελλάδα. Και όταν οι χωριανοί μας, μετανάστες στην Πολη άρχισαν να προκόβουν και να στέλνουν χρήματα για το σχολείο, σιγα σιγα αρχίσαμε να ξαναμαθαίνουμε τα Ελληνικά. Μα Ρωμιοί είμαστε πάντα, γιατι είμαστε Χριστιανοί. Άλλο το γενος το δικό μας. Και τα Ευαγγέλια μας στα Τούρκικα γραμμένα, με τα Ελληνικά τα γράμματα, την καραμανλιδικη γραφή…”.


Διάβασε τη σελιδα στην οποια ήταν ανοιγμένο το Ευαγγέλιο από μεσα του. Μα η φωνή που τα διάβαζε δεν ήταν η δική του. Ερχότανε ξανα από το όνειρο, και όχι μόνο….. Από που αλλού; Πότε θα ξεκαθάριζε αυτός ο ήχος;

Αναλογίστηκε τα καραβάνια των προσφύγων. Τις ετοιμασίες. Τον αποχωρισμό από την Καππαδοκική γη. Και μετα, το καράβι από τη Σελεύκεια στην Κύπρο. Το ταξίδι μέχρι τον Αη Γιώργη, στο Κερατσίνι. Την καραντίνα, που βάστηξε πολύ πανω από σαράντα μέρες. Και τις παράγκες της Δραπετσώνας. Δουλειά ό,τι να’ναι και την πρόποση “του χρόνου στα σπίτια μας”… Τι σημαίνει γι’αυτόν η Καππαδοκία; Η Πατρίδα της γιαγιάς του, της προγιαγιάς του, του πατέρα του που γεννήθηκε στον Πειραιά, η δική του Πατρίδα;

”Χαιρετισμούς απ τον Παπα-Πρόδρομο γιαγιά” της ψιθύρισε το βράδι καθώς τη φιλούσε στο μάγουλο. Η κατάσταση παρέμενε σταθερή, του είπε ο γιατρός, κι ήξεραν ότι στη θεση της λέξης “κατάσταση” έπρεπε να βάλουν “πορεία”. Το ταξίδι είχε αρχίσει “Θέλει να’ ρθει να σε δει. Μπορεί αύριο κιόλας. Ίσως σου φέρει να μεταλαβεις, αφού έχεις καιρό να πας”.

Η φωνή της βάραινε, ήταν όμως ακόμα καθαρή. Είχε ξαναγίνει παιδί στην αγκαλιά της, τότε που αντι για παραμύθια του’λεγε ιστορίες από την Πατρίδα. Για παράξενους τόπους, για ανθρώπους αλλόκοτους, για τους Τούρκους, τους Ρωμιούς, τον Αη Γιώργη και τον Άγιο Μαμα που τους λατρεύανε και οι Τούρκοι… Στο δωμάτιο του νοσοκομείου ήτανε βράδυ, κι η γιαγιά τράβηξε τον εγγονό της κοντύτερα. “Πάλι ιστορίες θα μου πεις γιαγιά;” Του έγνεψε ναι, αλλά δε χαμογελούσε. “Δεν πρόλαβα να την πω στον πατέρα σου, κι έτσι πρέπει να την ακούσεις εσύ”. Η φωνή βάρυνε κι άλλο, λίγο λίγο θόλωνε αλλά αυτός δεν έχανε ούτε λέξη. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρήγορα, ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του και μούσκευε τα ρούχα του. “Πίσω στην Πατρίδα, πανε πολλά χρόνια άφησα την αμπλά μου. Στην ενδοχώρα τον πόλεμο δεν τον καταλάβαμε. Ούτε έφτασε σε μας ο ελληνικός στρατός. Όμως κάποιοι τσέτες πέρασαν από μας στο δρόμο για τη Σμύρνη. Παίζαμε στο χώμα το βρεγμενο της καταιγίδας όταν τους είδαμε. Η Αθηνά, η Χαρίκλεια, η Ουρανία κι εγώ. Τ’ άλλα αδέλφια μας ήτανε στο σχολείο, κι ο Ιορδάνης, ο μεγαλύτερος στα χωράφια. Τρέξαμε να κρυφτούμε στριγκλίζοντας. Κι όταν ξαναμετρηθήκαμε η Ουρανία έλειπε. Ήταν η πιο μεγάλη μας και η πιο όμορφη”. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, όμως η γιαγιά δεν είχε ακόμα τελειώσει. “Δεν την ξαναείδαμε από τότε. Η προγιαγιά σου δεν περιμενε την καταστροφή για να αρχίσει να θρηνεί χαμένα της παιδιά. Κι αυτό το έκλαψε πιο πολύ απ’ όλα. Όταν έφυγε ο Γρηγόρης να παρουσιαστεί εθελοντής στη Σμύρνη, το’ξερε πως δε θα γύριζε. Στην καταστροφή τον ποδοπάτησε ο όχλος, φορώντας αυτός τη στολή του Ελληνικού Στρατού. Μας το’πε χρόνια μετα ένας φίλος του που γλίτωσε, στη Νεα Καρβαλη πια. Ο Γιαννακός χάθηκε στην κατοχή, καθώς έσκαζε λάστιχα σε Γερμανικά αυτοκίνητα. Μα η κόρη της ήταν πάντα μια πληγή ανοιχτή. Στην αρχή την περίμενε πίσω. Κάπου θα την παρατούσανε αφού τελειώνανε τα κέφια τους. Όμως αυτή δεν ξαναγύρισε. Στον Πειραιά ποτε δεν είπε τ’ όνομά της, ούτε μας άφησε να θαρρούμε πως τη σκέφτεται. Όμως κάποτε μετα τον πόλεμο, ήρθε στο σπίτι μας μια επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού. Στην προγιαγιά σου μόνο μιλήσανε, είχε χηρέψει πια. Ποτε δε μάθαμε. Λίγο πριν πεθάνει, φώναξε στην κλίνη της τον Ιορδανη και το Βασίλη. Και μόνο αφού μας άφησε μάθαμε. Για την αμπλα μας. Πως οι τσέτες την πουλήσανε σ’ένα Τούρκο έμπορο. Πως την έβαλε να τουρκέψει, πως έκαμε μαζί της τέσσερα παιδιά. Πως αυτή έμεινε στα κρυφά Χριστιανή, πως όσο μπορούσε μιλούσε στα παιδιά της γι’αυτή την πίστη, για τη Ρωμιοσύνη της. Έμαθε για την ανταλλαγή. Στο χωριό μας ήρθανε Τούρκοι και όταν ο άντρας της χρειάστηκε να’ρθει στη Νίγδη για τις δουλειές του, του ζήτησε ν’ αγοράσει το σπίτι μας να μείνουν. Και ζει εκεί, κι είναι σα να μη φύγαμε ούτε μεις. Τα ειπε σ’έναν Έλληνα στρατιώτη στον πόλεμο του ’40, όταν ένα σώμα του στρατού μας διέφυγε στην Αίγυπτο μέσω Μικράς Ασίας. Ήταν η πρώτη φορά μετα από αιώνες που Έλληνες στρατιώτες πατουσαν το πόδι τους στην Καππαδοκία. Μα όχι όπως θα θέλαμε. Δίχως οπλισμό. Κάποιοι απ’αυτούς μάλιστα δεν το αντέξανε. Μίλησε σε έναν απ’αυτους με χίλιες προφυλάξεις. Τού’δωσε ένα γράμμα για τη μάνα της. Κι αυτός το παρέδωσε στον Ερυθρο Σταυρό στο Κάιρο. Τα μετά στα είπα.


Κι έλεγε να πάμε να τη βρούμε. Αυτή δεν μπορούσε να φύγει. Αλλά και να μπορούσε, σάμπως ήξερε τι γίναμε; Και τώρα που εμείς ξέρουμε γιαυτήν, αυτή δεν ξέρει. Ζει όμως. Το νοιώθω. Πρέπει λοιπόν εσύ να πας. Τώρα τη λένε Σαμπιγιέ”. Έκλεισε τα μάτια του, κούρνιασε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με σφιγμένες τις γροθιές απο το πείσμα. Τόσες ζωές χαμένες, τόσο αίμα δικό μας πίσω, βουβό, εκτεθειμένο, ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ. Ήταν ξανα μικρό αγόρι που έχανε και πείσμωνε, κι η παρηγοριά του ξανάγινε το κρύψιμο ανάμεσα στα χέρια της γιαγιάς του.

Το βράδυ, δεν γύρισε απευθείας στον Πειραιά. Η μηχανή τον πήγε στη Νέα Χαλκηδόνα, μετα Νέα Φιλαδέλφεια, Καισαριανή, Νέα Σμύρνη, Νίκαια, Κερατσίνι, Δραπετσώνα. Σπίτια μικρά, χαμηλά, δίχως αυλή, παλάτια σε σύγκριση με τις σκηνές και τις παράγκες, εστίες πόνου και νοσταλγίας, καντήλια με φωτίτσες, μια για καθέναν που έμεινε για πάντα πίσω. “Θάνατος δεν είναι και η προσφυγιά;” αναρωτιόταν και δεν τον ένοιαζε που στα φανάρια τον έβλεπαν κλαμμένο. Όταν ξάπλωσε, δεν ήρθε η γιαγιά του πάλι. Του τα’χε επί λίγο νωρίτερα, έτσι κι αλλιώς. Μέσα στο σκοταδι όμως, ήρθε μια άλλη μορφή. Στο σουλούπι της γιαγιάς και των θείων του, με μάτια βαθιά, μ’ένα μαντήλι στο κεφάλι και πρόσωπο σκαμμένο από τον καιρό και τους καημούς. “Γκελ … Γκελ …” του ψιθύριζε κι άπλωνε τα χέρια της στο μέρος του. “Προλαβαίνω να λείψω λιγες μέρες γιατρέ;” Τον ρώτησε. “Με ευθύνη σας και δίχως να το συνιστώ”. “Γιαγιά θα παω, να με περιμένεις να σου φέρω νέα”

Άλλαξε πτήση στην Κωνσταντινούπολη για Άγκυρα. Και μετα λεωφορείο. Δεν ήθελε να παει στην Πατρίδα σαν τουρίστας. Αλλιώς ήθελε να επιστρέψει, τρεις γενιές μετα. Όμως η καρδιά του χτυπουσε καθώς περνούσε από πόλεις και χωριά που τόσο καλά ήξερε και ας μην τα’χε ξαναδεί. Καισάρεια, Ιντζεσού, Προκοπι, Νεβσεχιρ, Ανακου, Μαλακοπη, Αραβανι, Νιγδη. Είχε κάτι στοιχεία, ένα επίθετο, μια οδό, πληροφορίες πενήντα πέντε χρόνων. Ήτανε τρέλλα αυτό που έκαμε σκέφτηκε μια στιγμή, μόνος του, στην άλλη άκρη του κόσμου… Μα δεν ήτανε μόνος του. Γύρω του οι μορφές των γειτόνων στον Πειραιά, τοποθετημένες πια στο φυσικό τους χώρο, σα να μην είχανε ποτε φύγει από κει. Και ποια άκρη του κόσμου; Εδώ είναι η Πατρίδα, να οι παπαρούνες που κοκκινίζουνε τον τόπο την άνοιξη, η πλατεία, να το σχολείο των Ρωμιών, με Ελληνικά μονογράμματα στην πύλη. Τα ποδια του είχανε φτερά, ήξερε κάθε σοκακι και κάθε λακκούβα στο δρόμο, τι είναι άραγε εβδομήντα πέντε χρόνια απουσίας μπροστά σε μια παρουσία χιλιετιών, μια στιγμή δεν αρκεί για να ξεχάσεις, εχτός κι αν θες. Δε θέλησε να παει κατευθείαν στη θεία την Ουρανία. Τελείωσε τη βόλτα του στα μερη που έπαιζε παιδι η γιαγιά του, βρήκε τα παράθυρα απ’ όπου κοίταζε έξω, στον όγκο του Αντιταυρου, έφτασε στο σημείο της αρπαγής της Ουρανίας, της θείας της Ουρανίας, είδε τη σκηνή, τις στριγκλιές των κοριτσιών, τα ματωμένα γόνατα της γιαγιάς του. Και πήρε το δρόμο για το σπίτι τους. Βιαζόταν κι έκοψε δρόμο από τις ίδιες αυλές που έκοβε κι αυτή. Δεν είχανε μαζέψει τη μπουγάδα, και μυρωδιές από μπαχαρικά έβγαιναν από τα σπίτια. Έφτασε μπροστά στην πόρτα της θείας της Ουρανίας, του σπιτιού τους. Κοντοστάθηκε. Ανοιχτά. “Θεία”, φώναξε, “Θεία Ουρανία” και μετα “Σαμπιγιε χανουμ, Σαμπιγιε χανουμ”. Μια γειτόνισσα βρήκε και του μίλησε. “Μόλις την προλαβαίνεις γιε μου. Θα’χουνε φτάσει στο κοιμητήριο”. Από την ταραχή του δεν κατάλαβε ότι αυτά τα λόγια ήτανε στα Τούρκικα. Ούτε για πότε έφτασε στο μνήμα της. Η κηδεία είχε σκορπίσει, το χώμα φρέσκο ακόμα και μια πλάκα μνημόνευε το όνομα της νεκρής. Γονάτισε σα χαμένος, τα δάχτυλα του χώνονταν στο νωπό χώμα, ο λαιμός του είχε φράξει. Κάθησε ώρα πολλή στο μεσημεριάτικο ήλιο της Καππαδοκίας. Χορτάρια υψώνονταν σ’όλο το νεκροταφείο εκτος από το φρεσκοσκαμμένο μνήμα της θείας της Ουρανίας. Κουλουριασμένος πάνω στο αγαπημένο γλυκό χώμα, έψαξε να βρει δύο ξυλαράκια. Με λίγο σπάγγο τα έδεσε μεταξύ τους και κάρφωσε το σταυρό στο προσκέφαλό της θείας του. Μ’ένα σουγιά, χάραξε σε μια γωνία της πλάκας το αληθινό της όνομα. “Συγγνώμη γιαγιά δεν πρόλαβα”, σκέφτηκε. Σουρούπωνε όταν έφυγε. Το λεωφορείο ταξίδευε όλη τη νύχτα για την Καισάρεια και μετα την Άγκυρα. Ξάγρυπνος και σε υπερδιέγερση μπήκε στο αεροπλάνο, άλλαξε στην Πόλη, και από το Ελληνικό έτρεξε κατευθείαν στο νοσοκομείο. Δεν είχε σκεφτεί ακόμα τι θα της έλεγε. Το μόνο που έκανε ήταν να χώνει βαθιά τις χούφτες του στα σακκουλάκια με το χώμα. Στο προαύλιο δεν ήταν γνωστοί ή συγγενείς. Κοίταξε στο μπαλκόνι του δωματίου, “γιατι είναι ανοιχτή η πόρτα; θα κρυώσει” σκέφτηκε. Διέκρινε δύο νοσοκόμους να τακτοποιούν. Ανέβηκε τα σκαλιά δύο δύο. “Δεν την πρόλαβες γιε μου”, του’πε μια φωνή που ούτε καταλάβαινε από που ερχόταν. Χτες το μεσημέρι έγινε η κηδεία. “Σας είχα προειδοποιήσει”, του είπε ο γιατρός αυστηρά.


Σκόρπισε πανω στον τάφο το χώμα που’φερε από την Πατρίδα. “Είναι της αμπλάς σου γιαγιά”, προσπάθησε να πει μέσα στ’ αναφιλητά του.

Το βράδυ ο ύπνος τον βρήκε αποκαμωμένο και τον πήρε εύκολα. Μόνο που τώρα ήρθαν δύο μορφές, στην αρχή θολές, μετα καθαρότερες, πλημμυρισμένες από ένα φως χαρούμενο, κι όλο τις ξεχώριζε καλύτερα. Αγκαλιασμένες και μ’ένα γέλιο, η θεία η Ουρανία και η γιαγιά η Αλεξάνδρα του γνέφανε από ψηλά. “Μη στενοχωριέσαι για μας … Μαζί φύγαμε … Εμείς πια σμίξαμε και τίποτα δε θα μας ξαναχωρίσει”.

Η ανοιξιάτικη βροχή μούσκεψε τα φρέσκα ακόμα στεφάνια στο μνήμα στην Ανάσταση. Στο σκαμμένο χώμα του κοιμητηρίου της Νίγδης έβγαιναν κιόλας τα πρώτα χορταράκια.

(Το εκπληκτικό κείμενο το ξαναβρήκα μετά από χρόνια στον επίσης εκπληκτικό ιστότοπο
http://metotoufekikaitilyra.wordpress.com/
Μπείτε να το διαβάσετε εκεί. Να'σαι καλά, Φουρόκατε.)

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Και το μυαλό μου είναι θολό......

Πού να'ξερε ο εκπληκτικός Γιώργος Μιχαλακόπουλος-ως "ποιητής Φανφάρας"-όταν απήγγειλλε τα θρυλικά "Μαύρα κοράκια, κόκκινα κοράκια" υπό το βλέμμα του εμβρόντητου υπάλληλου "Βασίλη Βασιλάκη"-του Γιώργου Κωνσταντίνου δηλαδή-ότι θα αποτελούσε πρότυπο για αναρίθμητους μετέπειτα επίδοξους "Φανφάρες" της πραγματικής καλλιτεχνικής ζωής... Έπηξε ο τόπος-και είναι και πολυγραφότατοι, δεν τους προλαβαίνεις... Δυο ποιήματα στο οχτάωρο σου λέει ο άλλος, ένα για πρωινό και το άλλο μετά το βραδυνό. Ακριβώς όπως η αντιβίωση. Κι άντε να τολμήσεις να τον σχολιάσεις το λογοτέχνη. Μαύρο φίδι που σ'έφαγε. Άσε που κινδυνεύεις να σου γράψει και σένα ποίημα ολοκαίνουργιο του κουτιού και να σε κατακεραυνώνει εσένα τον άσχετο με ρυθμό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο και υβρεολόγιο αμιγώς ελληνικό.
Και δεν πάσχει μόνο η ποίηση από ακατάσχετη...καλλιτεχνική δραστηριότητα. Πάσχουν και οι εικαστικές τέχνες. Επίδοξοι ζωγράφοι και ζωγράφες και γλύπται και γλύπτριαι κι ό,τι άλλο τραβάει η ψυχάρα σας. Βιασμός και κακοποίηση. Μωρή, μη βιάζεσαι να αντιγράψεις κατ'ευθείαν τη "Γκουέρνικα" του Πικάσσο...
Ιδού η "Γκουέρνικα"-έτσι για να πάρουμε μια ιδέα:

Μωρή άσχετη, κάθησες να μελετήσεις πρώτα την αφηρημένη ζωγραφική; Σου είπε κανένας από πόσα κακοτράχαλα σκαμπανεβάσματα πέρασε ο ζωγράφος, και τί δουλειά πάτησε για να φτάσει στο επίπεδο να ζωγραφίζει αληθινό κι ολοζώντανο τον τρόμο του πολέμου με λίγες απλές γραμμές; Ξέρεις πώς άρχισε ο Πικάσσο;... Να ένα από τα πρώτα έργα του. Για πάρε μάτι...

Μπορείς εσύ να ζωγραφίσεις κάτι τέτοιο;... Αυτό να αναρωτηθείς... Αν μπορείς να ξεκινήσεις μ'αυτό, τότε σίγουρα θα μπορείς να μπεις και στο βαθύ λούκι της αφαίρεσης... Αλλιώς, τα...έργα σου θα μοιάζουν σαν να'χεις απλώσει τα προχτεσινά χαλασμένα σουτζουκάκια που δεν έφαγε κανείς, πάνω σε σκισμένο καμβά (τον καημένο!) που θα'χει κολλημένη στο κάτω μέρος και τη δαντέλα της γιαγιάς σου της μακαρίτισσας...
Και βέβαια, δάσκαλοι τεχνών και γκαλερίστες, όλοι συμμέτοχοι στο ίδιο παιχνιδάκι κοροϊδίας του κοινού... Μπαμπάς και μαμά που πληρώνουν, σπρώχνουν με το ζόρι το παιδί που μόλις έβγαλε την καλών τεχνών (ποιά καλών τεχνών άραγε;) να εκθέσει μάνι-μάνι ό,τι χαρτί είχε μουτζουρώσει κι ό,τι καμβά είχε πασαλείψει όσο ακόμα σπούδαζε στη σχολή... Γιατί, βέβαια, το νεαρό της ηλικίας του παιδιού δεν του επέτρεπε να'χει συγκεντρώσει κιόλας ικανό αριθμό έργων που να μπορεί να σταθεί σε έκθεση... Και το αποτέλεσμα; Περισσότεροι από δέκα (10!) πίνακες από αυτούς που εκτίθονταν να'ναι κρεμασμένοι ΑΝΑΠΟΔΑ... Αλλιώς εικονίζονταν στο διαφημιστικό φυλλάδιο, αριθμημένοι και με τους τίτλους τους από κάτω-κι αλλιώς κρέμονταν στον τοίχο... Άλλοι ανάποδα κι άλλοι στο πλάι... Γιατί το δυστυχισμένο, άτυχο παιδί-μ'αυτούς τους γονείς που έμαθαν μόνο να το πληρώνουν, κι όχι να του παρέχουν σωστή παιδεία (και που τώρα το μεταχειρίζονται για την προσωπική τους προβολή) και να ήθελε δε μπορούσε να καταλάβει. Δεν ήξερε τί ακριβώς ζωγράφιζε. Έβαφε για να γεμίσει τον τοίχο. Θλιβερό, αλλά τουλάχιστον όχι αισχρό-όπως το "κατόρθωμα" επίδοξης "ζωγράφας" που-εφόσον δεν έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε ένα έργο που απαιτεί δεξιότητα, ταλέντο, φαντασία, παίρνει ένα προϋπάρχον έργο άλλου καλλιτέχνη(!), το εκτυπώνει σε άλλη επιφάνεια, το πασαλείβει με άγνωστες σάλτσες δικής της επινόησης και το πλασάρει ως δικό της έργο... Και το ότι βρίσκεται ακόμα εκτός φυλακής, είναι γιατί ο αδικημένος-ο πραγματικός δημιουργός του κλεμμένου έργου-παραείναι ευγενικός μαζί της.....
Πολλά χαριτωμένα ανακαλύπτει κανείς αν το σκαλίσει λίγο το θέμα. Και δε μπαίνουμε στα χωράφια της μουσικής, γιατί θ'αρχίσουμε θρήνο ατέλειωτο. Θα ξημερωθούμε... Επιτρέψτε μου μονάχα ν'αφιερώσω με λατρεία το παρακάτω αγαπημένο απόσπασμα-τον αμίμητο "Σκοταδόψυχο" του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, με τα απελπισμένα "κοκορίκοοοο!!!" του ήδη τρελαμένου δύστυχου Γιώργου Κωνσταντίνου.... Σ'όλους τους επίδοξους ποιητές!!!!!!

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Βλέπω.....


Βλέπω έξυπνους, φιλότιμους, εργατικούς άνεργους γκαρσόνια και καθαρίστριες.
Βλέπω νωθρές υπαλλήλους με παχουλά οπίσθια να ζεσταίνουν γυαλιστερές SATO. Μέσα στη Louis Vuitton  τα κλειδιά της κουρσάρας φλερτάρουν με δυο μπουγάτσες κι ένα φουσκωτό πορτοφόλι.
Βλέπω λιγδωμένες πολιτικές χούφτες να σφίγγουν άλλες χούφτες επισφραγίζοντας το νέο κόλπο.
Βλέπω φτηνιάρηδες πολιτικάντηδες που ορέγονται τη μεγάλη φτιάξη.
Βλέπω επαγγελματίες ψεύτες να κολυμπάνε μονίμως στον αφρό. Ακριβώς όπως οι φελλοί.
Βλέπω τις μυξιάρες κορούλες τους να εκλιπαρούν για τη βοήθεια του μπαμπά. Γιατί αρκετά γλέντησαν: τώρα πρέπει πια να βρουν δουλειά. Έστω και στα τριάντα πέντε.
Βλέπω ξεπουλημένους δικηγορίσκους να μαγειρεύουν απίθανα νομικά τεχνάσματα-μέχρι να κάνουν το μαύρο άσπρο. Γιατί πάνω απ'όλα το μεγάλο κόλπο. Η κορούλα πρέπει να διοριστεί πάση θυσία.
Βλέπω νέους να απολύονται. Έτσι απλά. Να φεύγουν με μια μουτζουρωμένη υπόληψη-γιατί έπρεπε ν'αδειάσουν θέσεις για ισάριθμες κορούλες.
Βλέπω πολιτικάντηδες, δικηγορίσκους, μπαμπάδες και κορούλες να τσουγκρίζουν ποτήρια σαμπάνιας με το νέο αφεντικό. Τα κατάφεραν. Ο ενοχλητικός πήρε πόδι και μας άδειασε τη γωνιά.
Βλέπω και δεν απορώ πια.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010

Κάνε κουράγιο, καλέ μας άνθρωπε...

Ίσως, η κορυφαία σκηνή αντιφασιστικής σάτιρας στην ιστορία του κινηματογράφου:
ο Θανάσης Βέγγος, μεταμφιεσμένος σε Γερμανό στρατιώτη, "φυγαδεύει" το παράνομο ραδιόφωνο-περνώντας ανενόχλητος ανάμεσα από τους εισβολείς-ενώ εκείνο παίζει στη διαπασών τον εθνικό ύμνο.....
Κάνε κουράγιο, καλέ μας άνθρωπε... Δεν υπάρχουν πια άνθρωποι σαν εσένα!

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Νίκος Ζούδιαρης-Οι βαριές κουβέντες της σιωπής

   Βρέθηκα και γω κάποτε στην Αθήνα. Χάριν σεμιναρίου-την παλιά καλή εποχή που ο κόσμος έκανε ταξιδάκια πληρωμένα. Και έτυχε να παίζεται εκείνες τις μέρες στο Μέγαρο της Μουσικής μια εξαιρετική παράσταση: "Καρόλου Ντηλ και Τσιμισκή" του Θοδωρή Γκόνη. Στο Αίθριο των Μουσών. Και παίρνω τον αδερφούλη και πάμε... Όχι τίποτ'άλλο, αλλά να'χω να λέω ότι -προτού πεθάνω- μ'αξίωσε ο Θεός να πατήσω τα άγια χώματα της καλλιτεχνικής Ιερουσαλήμ της πατρίδος μας...
   Δε θα σχολιάσω την παράσταση εδώ πέρα: δεν είναι άλλωστε δική μου δουλειά αυτό. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι ήταν εκπληκτική. Και με μάγεψε. Αλλά δε θα μιλήσω γι'αυτό τώρα.
   Μπαίνουμε-ολίγον σαν εξωγήινοι-στο περίφημο φουαγιέ του μεγάρου (θυμήθηκα την Ελένη Γερασιμίδου να λέει το αμίμητο "Μήτσου μ', τί ειν'το φουαγιέ; Θα μι πάρ'ς ένα να του βάλου στου πέτου μ';"), και ν'ανοίξω ένα στόμα πέντε πήχες βλέποντας ξαφνικά σε απόσταση αναπνοής δεκάδες από τα αγαπημένα μου μουσικά και θεατρικά "τέρατα" ολοζώντανα: Τάνια Τσανακλίδου, Αιμίλιος Χειλάκης (το έτερον ήμισυ της γλυκύτατης Αθηνάς Μαξίμου, που έπαιζε στην παράσταση), και σαν σκιά-τον πρόλαβε το μάτι μου τη στιγμή που ξεγλιστρούσε από μια πόρτα στο πλάι-ο διακριτικότατος και σεμνότατος Θοδωρής Γκόνης-μια μορφή Παπαδιαμαντική, έτσι τον είδα-καθόλου δεν κάθησε να επιδειχθεί ανάμεσα στο διάσημο κοινό του, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι, άξιοι κι ανάξιοι (κυρίως)...
   Καθόμαστε σ'ένα τραπεζάκι, ενώ περιμέναμε ν'αρχίσει η παράσταση ("τσουχτερά" τα σνακ του μεγάρου, το καταγγέλλω ενώπιόν σας-τότε τουλάχιστον!), και γω ακόμα σε έκσταση ("κλείσε το στόμα πια, θα μπει καμιά μύγα, μας πήραν όλοι χαμπάρι" οι διακριτικές παραινέσεις του αδερφούλη στο αυτί μου)-ενώ απέναντί μας, σε άλλο τραπεζάκι, ο Χειλάκης, ο Θηβαίος, ο Ανδρέου-κι άλλα πολλά καλλιτεχνικά μου ινδάλματα... Και πίσω μας κομψοντυμένες Αθηναίες, με φτυάρια μεγαλύτερα απ'αυτό που κρατάει ο εργάτης που ανακατώνει τα μπετά, να σέρνουν τα μύρια σε διάσημους και άσημους...
   Εκείνη τη στιγμή, ένα πρόσωπο από το απέναντι τραπεζάκι μου τράβηξε την προσοχή: μια συμπαθητική φυσιογνωμία, γλυκιά αλλά κάπως απόμακρη. Μου φάνηκε αμέσως γνωστός-αλλά ήταν ο μόνος από την παρέα που δεν ήξερα ποιός ακριβώς ήταν. Έστιβα το μυαλό μου-αδύνατο να θυμηθώ. Κι όμως, τον ήξερα. Πρόσεξα ότι μιλούσε ελάχιστα, χαμογελούσε μόνο ακούγοντας τις κουβέντες των άλλων-και κάθε τόσο το βλέμμα του ξεχνιόταν κάπου μακριά, ενώ το χαμόγελό του δεν έσβηνε. Κάτι σκεφτόταν; Μπορεί...
   Λίγες μέρες μετά, σπίτι. Ψάχνω μετά μανίας το σωρό με τα περιοδικά. Δε μπορεί, θα το βρω... να το! Στο εξώφυλλο του "Δίφωνου", ένας από τους πιο αγαπημένους μου τραγουδοποιούς... Ένας δημιουργός υπέροχα "νεραϊδοπαρμένος" ("αλαφροΐσκιωτος", κατά το σκιαθίτικο! το προτιμώ...), που μας έχει χαρίσει μερικά από τα πιο δυνατά, τα πιο ονειρικά τραγούδια της γενιάς μας... Το "μυστηριώδες" πρόσωπο του φουαγιέ: ο Νίκος Ζούδιαρης.....





Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Time out by Theodore Hydreos

Time out by Theodore Hydreos
Κι άλλος ταλαντούχος Σκιαθίτης: ο Θοδωρής Υδραίος...
Κάτι έχει αυτό το νησί... Λες και κάποιος το "καταράστηκε"-να γεννάει ή μεγάλα ταλέντα, που το κάνουν ξακουστό στα πέρατα της οικουμένης-ή...μεγάλους ηλίθιους, που το καταστρέφουν...

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Για μια χούφτα φυσίγγια

Αφιερωμένο σε όλους εσάς, λατρείες μου-που ξέρετε να ξεπουλάτε αρχαιότητες νομιμοφρόνως...

Τόσα είχε πάρει στο χέρι ο φουκαράς ο Δημητρός: δώδεκα φυσίγγια. Μάλιστα: δώδεκα φυσίγγια. Για κοτζάμ χτηματάρα είκοσι στρέμματα… Δηλαδή – για να ακριβολογούμε – δεν πήρε μονάχα τα φυσίγγια. Πήρε και την καραμπίνα… Κι από πάνω, για κοροϊδία, πέντε ψωροχιλιάρικα – που δε θα φτάνανε, εκείνο τον καιρό, ούτε για να φράξει το χτήμα του με συρματόπλεγμα. Κι όμως, τα κατάφερε τότε και τον θάμπωσε μια χαρά ο μπαγάσας ο Αρχοντάρης…
Τι ήτανε τότε ο Αρχοντάρης; Τίποτα – ένα στολισμένο κι ομορφοξουρισμένο μηδενικό με δυο τρύπια σαπιοκάραβα. Και καμάρωνε για εφοπλιστής, τρομάρα του… Που έφυγε άφραγκος απ’ το νησί – ανθυπομούτσος σ’ ένα καράβι – και γύρισε με κουστουμιές, γραβάτες και χρυσά δαχτυλίδια… Και βάλθηκε αμέσως να γνωριστεί με όλους τους σαλονάτους. Αγόρασε μισοτιμής τα σαπιοκάραβα και χώθηκε σα σαρανταποδαρούσα μες στα στέκια της αριστοκρατίας. Κι άπαξ και χώθηκε, άντε να τον βγάλεις… Κανένας δεν τον έφτανε στο παραμύθι τον Αρχοντάρη. Κι όταν έμαθε πως ένας απ’ τους σαλονάτους, εκτός από περιουσία, διέθετε και κόρην ανύπανδρον – μια άχαρη ξυλάγγουρη, που φοβότανε μήπως του μείνει στο ράφι μαζί με τα πιατικά – ο Αρχοντάρης είπε να το κάνει το ψυχικό. Και να’ τονε τώρα με αληθινό στόλο…
Ο Δημητρός δεν τα’ ξερε τότε όλα αυτά. Εκείνος είχε μονάχα τη σκοτούρα του γιου του – που του πήρε, λέει, η χούντα το πτυχίο του γιατί ήτανε με τους αριστερούς. Αυτά ο Δημητρός δεν τα καταλάβαινε. Εκείνος ήξερε ένα πράμα: πως το παιδί του ήτανε καλό και φιλότιμο, σαν όλα τα παιδιά του κοσμάκη. Κι από πάνω ήτανε κι έξυπνο και προκομμένο. Δε βγήκε στουρνάρι σαν τον πατέρα του. Αφού κατάφερε να γίνει κοτζάμ καθηγητής… Και τώρα; Να τον κυνηγάνε στο αίμα λες κι είχε κάνει κάνα έγκλημα. Και να τρέχει από δω κι από κει, και να δουλεύει εργάτης…
Ο Αρχοντάρης, τότε, ήτανε φρεσκοπαντρεμένος με την ξυλάγγουρη. Στα μέσα και στα έξω, παντού είχε απλώσει τα πλοκάμια του… Οι άλλοι, οι σαλονάτοι, τον ξέρανε που ήτανε της εξυπηρετήσεως και τον είχανε δεξί χέρι. Δυο – τρεις που λιμπιστήκανε τις απούλητες αμπελοχωραφάρες στο νησί τον βάλανε για ενδιαμέσο: σου λέει, τσιμπάμε τώρα ένα δάνειο, τάχαμου για τουριστική αξιοποίηση, αγοράζουμε τζάμπα την αμπελοχωραφάρα, και να’ σου μεθαύριο μια θεόρατη βιλάρα στο νησί, να πάμε και διακοπές, να κάνουμε και το κομμάτι μας στους άλλους σαλονάτους. Και δε θα’ χει κοστίσει τίποτα…
Ο Δημητρός, μες στη στενοχώρια του – ποιον να βρει να παρακαλέσει; Σκέφτηκε τον Αρχοντάρη… Αυτός, που έλυνε κι έδενε, μπορεί να βοηθούσε και το παιδί να πάρει πίσω το χαρτί του… Πήγε και τον βρήκε. Μόνο που δεν έμπηξε τα κλάματα ο αθεόφοβος. «Εγώ, εγώ, Δημητράκη μου, εγώ θα το βοηθήσω το παιδί…». Και να πέσει κάτω και να δέρνεται. Στην αρχή, έτσι που τα’ λεγε, τον πιστέψανε. Ησύχασε για λίγο ο Δημητρός. Περιμένανε κάμποσον καιρό. Περνάει ένας μήνας, δυο μήνες, πέντε, δέκα μήνες, τίποτα. Σιχάθηκε στο τέλος το παιδί, πήρε τα μάτια του κι έφυγε.
Μοναδική παρηγοριά του Δημητρού ήτανε το χτήμα. Εκεί πήγαινε κι έβγαζε το άχτι του: το έσκαβε, το φύτευε, κούκλα το’ χε κάνει. Μεγάλο, κατηφορικό, ξεκινούσε από ψηλά και κατέβαινε ίσαμε τη θάλασσα. Κάτω, χαμηλά, είχε κι ένα δασάκι. Εκεί την άραζε ο Δημητρός όποτε τα θυμότανε και μελαγχολούσε: άναβε το τσιγαράκι του και καθότανε σε μια άσπρη πέτρα να τα πει μονάχος του και να ξεθυμάνει.
Σε κείνο κει το δασάκι ήτανε, να πούμε, το καταφύγιο του Δημητρού. Είχε μια δροσιά και μια ησυχία, που σου ησύχαζε την ψυχή… Είχε όμως κι ένα παράξενο: παντού ο τόπος εκεί γύρω ήτανε γεμάτος μάρμαρα. Δυο – τρία κολονάκια πεσμένα εδώ εκεί, κάτι πλάκες περίεργες με ορνιθοσκαλίσματα… Ήτανε παράξενα λιγάκι, όμως ήτανε πολύ όμορφα. Ο Δημητρός έτσι τα’ χε βρει απ’ τον πατέρα του, και δεν τα’ χε πειράξει. Ήξερε πως αυτά ήτανε αρχαία, παλαιϊκά πράματα – τα «μάρμαρα», έτσι τα λέγανε οι δικοί του από παλιά – και κανένας τους δεν τα’ χε πειράξει τόσα χρόνια. Αλλά και δεν το λέγανε σε κανένα – ήτανε, σα να λέμε, το μεγάλο μυστικό της οικογένειας…
Εκείνο το σούρουπο, ο Δημητρός τράβαγε το’ να τσιγάρο πίσω απ’ τ’ άλλο. Καθότανε πάνω στην ίδια πέτρα, στο δασάκι με τα μάρμαρα – όμως μπρος στα μάτια του έβλεπε το γιο του, ιδρωμένο και ψόφιο στην κούραση, να κουβαλάει τσουβάλια – αυτός που έπρεπε να’ ναι κύριος με γραβάτα… Σκεφτότανε αν έκανε καλά που είπε αμέσως «ναι» στον Αρχοντάρη. Δεν ήτανε και λίγο πέντε χιλιάρικα – αφού μόλις και μετά βίας φτάνανε το κατοστάρικο τη βδομάδα. Αλλά πάλι όμως, άξιζε μόνο τόσα τέτοιο χτήμα; Απάνω στα λεφτά, πάντα την πάταγε ο Δημητρός. Ήτανε ο φουκαράς μεγάλο στουρνάρι… Κι η γυναίκα του, πανάθεμά τηνε, δεν άνοιγε ποτέ το στόμα της να μιλήσει, να πει κι αυτή τη γνώμη της – να τον ξεστραβώσει λιγάκι… «Ό, τι πεις εσύ, αφέντη μου…» έλεγε και τόνε μπέρδευε ακόμα χειρότερα. «Θαρρώ πως εσύ’ σαι πιο μουρλή από μένα, Ζωγραφιά!» της είπε και τράβηξε για το χτήμα, να το δει τελευταία φορά και να το αποχαιρετίσει.
Μόλις την προηγούμενη είχανε πάει μαζί με τον Αρχοντάρη, να του δείξει τα σύνορα και τα κατατόπια. Ήθελε όμως να του δείξει και τα μάρμαρα, μην τύχει και τα χαλάσουνε κατά λάθος.
Τον βρήκε στα μισά του δρόμου, να περιμένει γελαστός μέσα στο αυτοκίνητο. Μπήκε μέσα και τραβήξανε για το χτήμα.
Ο Αρχοντάρης έδειξε ενθουσιασμένος μόλις είδε το χτήμα. Γύρναγε από δω κι από κει και χαμογελούσε, ενώ με το μάτι υπολόγιζε αποστάσεις και νούμερα. Μωρέ, θα φυτρώσει δω πέρα μεθαύριο μια παραθαλάσσια ξενοδοχειάρα, να γλύφεις τα δάχτυλά σου… Άρχισε μια πάρλα που σταματημό δεν είχε. Μόλις ο Δημητρός του’ δειξε το καλυβάκι του, μόνο που δεν τόνε πήρανε τα ζουμιά. «Αχ, τι όμορφο, τι ωραίο, και να δεις εγώ πώς θα στο φτιάξω, και να’ ρχεσαι όποτε θες να κάθεσαι…» κι άλλα τέτοια αλεπουδίστικα. Ο Δημητρός κόντεψε να κλάψει κι ελόγου του.
Εκεί όμως που γούρλωσε τα μάτια ο Αρχοντάρης, και γίνανε σαν πιατάκια του γλυκού, ήτανε μόλις ο Δημητρός του’ δειξε τα μάρμαρα. Εκεί παρά λίγο να ξεχάσει τα προσχήματα ο Αρχοντάρης: τα κοίταξε, τα’ ψαξε καλά καλά, σα λαγωνικό – και στο τέλος ρώτησε κοφτά δείχνοντάς τα με το δάχτυλο:
-Αυτά πού τα βρήκες;
Ο Δημητρός παραξενεύτηκε λιγάκι, αλλά δεν πονηρεύτηκε.
-Αυτά;… Ούουου!... Αυτά είναι δω πέρα απ’ τον καιρό του μακαρίτη του παππού μου… Παλαιϊκά πράματα, σημαδιακά, κατάλαβες…
-Τα’ χεις δείξει σε κανένα;
Ο Δημητρός τα’ χασε ολότελα.
-Ε;… Μπάααα… Σε ποιόνε να τα δείξω; Πατάει κανένας σε τούτη την ερημιά;
Ξαφνικά, ο Αρχοντάρης τον ζύγωσε απότομα, τον βούτηξε απ’ το γιακά, κοίταξε δεξιά – αριστερά και στο τέλος του’ πε στο αυτί:
-Άκου, Δημητρό… Ό, τι είπαμε, τελειωμένο… Η συμφωνία μας, συμφωνία… Πέντε χιλιάρικα στο χέρι. Αύριο, όμως, θέλω να με φέρεις πάλι εδώ πέρα. Θέλω να δείξω τα μάρμαρα σε κάτι γνωστούς μου…
-Τι γνωστούς;
-Είναι ένα ζευγάρι, Γερμανοί… Πολύ καθωσπρέπει άνθρωποι… Μορφωμένοι, με περιουσία… Έρχονται κάθε χρόνο για διακοπές… Αγαπάνε πολύ την Ελλάδα, ξέρεις, και τους αρέσουνε αυτά… Τα αρχαία… τα αγάλματα… χμ… τα μάρμαρα…
Ο Δημητρός έξυσε τ’ αυτί του και σήκωσε τους ώμους.
-Ε, και δεν πα να τους φέρεις… Φέρτους…
Ο Αρχοντάρης ενθουσιάστηκε.
-Και να δεις τι θα σου φέρω… Να δεις τι όμορφο δώρο θα σου κάνω…
-Τι;
Ο Αρχοντάρης πήρε ένα ύφος, σα να μίλαγε για κάνα περιδέραιο.
-Μια καραμπίνα, ολοκαίνουργια… Ωραία, γυαλιστερή…
Όσο έβλεπε το χαζό χαμόγελο που φώτιζε σιγά – σιγά τη μούρη του Δημητρού, τόσο έπαιρνε και κείνος θάρρος και συνέχιζε τις σάχλες.
-Θα την κρεμάς στον ώμο και θα βγαίνεις για κυνήγι… Και να δεις, που ό, τι σημαδεύεις, θα το χτυπάς…
Τέτοια πετραχήλια, σαν κι αυτά που φοράγανε οι λαγοί που έταξε ο Αρχοντάρης κείνη τη μέρα, δε θα τα’ χει φορέσει ούτε η αγιότης του ο πατριάρχης Ιεροσολύμων…
*
Ο Αρχοντάρης έφτασε, μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Βγήκε απ’ τ’ αυτοκίνητο, άρπαξε το Δημητρό και τόνε φίλησε σταυρωτά, σα να’ τανε γαμπρός.
-Γεια σου, Δημητράκη μου! Κάτσε, να σου φέρω την καραμπίνα σου…
Άνοιξε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε την ξακουσμένη καραμπίνα. Την έδωσε στο Δημητρό μαζί με δώδεκα φυσίγγια, λες και παράδινε το δισκοπότηρο.
-Να, από δω οι άνθρωποι που σου έλεγα…
Ανοίγουνε οι πόρτες του αυτοκινήτου και βγαίνουνε δυο νομάτοι. Ο ένας, ψηλός, μουσάτος Γερμαναράς, άγριος σαν το χάρο, με μια κοιλιά σα νταούλι. Δίπλα του, μια χοντρή νταρντάνα, αγριωπή κι αυτή σαν το τσοπανόσκυλο του Λυρίγκου, με μια καπελαδούρα στο κεφάλι σαν ταψί και μια καλαθάρα περασμένη στη χερούκλα της.
Ο Δημητρός τους οδήγησε στο καλύβι. Τους έβαλε να κάτσουνε, τους έβγαλε ένα ούζο με λίγο αγγουράκι, εκείνοι του’ πανε κάτι «αουφίντερζεν», αλλά δεν έσκασε ούτε τόσο δα το χειλάκι τους. Πέρασε κάμποση ώρα στο μουγκό. Μονάχα ο Αρχοντάρης τους τσαμπούναγε κάθε τόσο κατιτί στα εγγλέζικα.
Οι γερμαναράδες μουρμουρίσανε κάτι κορακίστικα στο Δημητρό.
-Τι είπανε;
-Θέλουνε να τους δείξεις τα μάρμαρα, εξήγησε ο Αρχοντάρης, μ’ ένα ύφος σκέτη ζάχαρη.
Κατεβήκανε στο δασάκι. Ο Δημητρός στάθηκε παράμερα και τους άφησε να χαζέψουνε, χωρίς να φανταστεί τι τον περίμενε.
Μόλις αντικρύσανε τα μάρμαρα, γουρλώσανε κι αυτοί με τη σειρά τους κάτι ματάρες, σα φανάρια. Ο μουσάτος μουρμούρισε κάτι κορακίστικα, ίδρωσε, ξεΐδρωσε, η χοντρή έβγαλε την καπελαδούρα της, κι ύστερα κι οι δυο μαζί πέσανε στα γόνατα κι αρχίσανε να μουρμουρίζουνε κάτι παλαβά.
Ο Δημητρός λαχτάρησε. Ο Αρχοντάρης, που τον είδε, μόλις που κρατιότανε να μη γελάσει.
-Τ’ είναι; φώναξε ο Δημητρός αλαφιασμένος. Λιγωθήκανε;
-Άσ’ τους, έτσι κάνουνε αυτοί, είπε ο Αρχοντάρης δήθεν εμπιστευτικά.
Ο μουσάτος κι η χοντρή συνεχίσανε για κάμποση ώρα να μουρμουράνε παρασάνταλα σα να τους ήρθε ψυχοβγάλτης. Κοντέψανε να τους γυρίσουνε τα μάτια ανάποδα. Του Δημητρού του φάνηκε πως η χοντρή έβγαζε κι αφρούς απ’ το στόμα…
Αφού τελειώσανε τα πατερημά, σηκωθήκανε απάνω με τα χίλια ζόρια και κάτι μουρμουρίσανε στον Αρχοντάρη.
Του Δημητρού όλη αυτή την ώρα είχε πάει η ψυχή στην Κούλουρη. Αν δεν ήτανε κι ο Αρχοντάρης εκεί παραδίπλα, θα τους είχε παρατήσει σύξυλους τους θεόμουρλους μέσα στη ρεματιά και θα’ χε αρχίσει τις πιλάλες.
Ο μουσάτος, στο μεταξύ, έβγαλε μια χτένα και ίσιωσε το μούσι του. Η χοντρή ξαναφόρεσε την καπελαδούρα κι έψαξε να βρει την καλαθούνα της, που τόση ώρα είχε κατρακυλήσει δυο μέτρα πιο κάτω. Ο Αρχοντάρης πλησίασε το Δημητρό και του’ πε εμπιστευτικά:
-Είναι ενθουσιασμένοι με τα μάρμαρα. Έχει κι άλλα τέτοια εδώ γύρω;
Ο Δημητρός, που’ τανε φρυγμένος ακόμα, μόλις μπόρεσε να βγάλει μιλιά.
-Όχι, άλλα μάρμαρα δεν έχει…
Σιγά – σιγά, ξαναπήρε λιγάκι θάρρος.
-Αλλά για βάστα… Έχω και κάτι άλλο να τους δείξω…
Ο Αρχοντάρης γούρλωσε τα γκαβά του με λαχτάρα.
-Τι;
-Να… Το’ βγαλε ένα καιρό ο αδερφός μου, ο μακαρίτης… Βούταγε με τα σφουγγαράδικα…Το’ φερα δω στο καλύβι να μην πιάνει τόπο. Ένα κανάτι είναι, παλιό…
-Αμφορέας;
-Όχι ντε, κανάτι… Αρχαίο… βεβαίωσε ο Δημητρός.
-Ε, άντε, φέρ’ το…
*
Σε λιγάκι, το κανάτι του Δημητρού βρισκότανε στην πανέρα της χοντρής. Οι γερμαναράδες είπανε πάλι κάτι «αουφίντερζεν», και σφίξανε αγέλαστοι το χέρι του Δημητρού. Οι χούφτες τους κολλούσανε.
«Πανάθεμά σας, πόσα τέρμηνα έχετε να νιφτείτε…» είπε από μέσα του ο Δημητρός.
*
Τέλειωσε η παντρειά: σε λίγο, ο Αρχοντάρης σουλατσάριζε καμαρωτός σαν κόκορας στο καινούργιο του χτήμα. Μία – μία μπαίνανε οι μπουλντόζες σαν τα τανκς και τα κάνανε λαμπόγυαλο. Πάνε και τα δεντράκια του Δημητρού, πάει και το καλυβάκι. Σιγά μην το κράταγε ο μπαγάσας ο Αρχοντάρης. Αντεροκάηκε…
Όσο για τα μάρμαρα; Αυτά, παρακαλώ, φύγανε σούμπιντο για τη Γερμαναρία. Πακέτο και δρόμο… Ο μουσάτος κι η χοντρή, άνιφτοι – ξεάνιφτοι, είχανε παράδες με ουρά… Τα μοσχοπληρώσανε λοιπόν τα κακόμοιρα τα μαρμαράκια. Οι μπουλντοζάρες τα βγάλανε από το χώμα, από κει που κοιμόντανε μακάρια χρόνια και ζαμάνια, σα σάπιους φρονιμίτες. Και τα λεφτά – βεβαίως – τα τσέπωσε ο Αρχοντάρης. Ο Δημητρός κοιμότανε τον ύπνο του δικαίου…
Ενώ ο Αρχοντάρης έριχνε κιόλας τα θεμέλια της ξενοδοχειάρας, ο Δημητρός έγραφε στον ξενιτεμένο γιο. Έβαλε ο φουκαράς στο γράμμα και τα πέντε χιλιάρικα…
«Αγαπιτό μου πεδί, το χτίμα το πουλίσαμε. Το πίρε οΑρχοντάρις. Μι στενοχοργιέσε όμος, έχι ο θεός. Εσί νάσε καλά κε θαγοράσις άλο καλήτερο…»
Του’ γραψε κι άλλα ο φουκαράς του γιου του: για τα λεφτά που πήρε, για την καραμπίνα και για τα φυσίγγια. Για τα μάρμαρα, βέβαια, δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες – αλλά και να’ θελε να πάει να δει μονάχος του, δε θα μπορούσε πια να βρει το δασάκι. Όχι δασάκι δεν είχε μείνει, αλλά ούτε κολυμπηθρόξυλο… Άσε που ο Αρχοντάρης είχε αμολήσει μες στο χτήμα κι ένα κοπάδι μαντρόσκυλα, ο Θεός να σε φυλάει…
Η απάντηση του γιου ήρθε μετά από κανένα μήνα – μαζί με τα πέντε χιλιάρικα. Πατέρα μου καλέ, είμαι καλά, και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά εσένα σε πιάσανε κορόιδο, εγώ εδώ πέρα χαμάλης δουλεύω κι έχω βάλει στη μπάντα πάνω από τριάντα χιλιάρικα, μόλις τα κάνω εκατό θα τα μαζέψω και θα γυρίσω πια κοντά σας… Αχ, πατερούλη μου, γιατί δε με ρώτησες, και τώρα τι να σου πω που’ σαι πατέρας μου και σε σέβομαι, θα σου ταίριαζε κάνα φάσκελο έτσι που τα κατάφερες, αλλά επί του παρόντος πιάσε τα πέντε χιλιάρικα… Όσο για την καραμπίνα που κονόμησες, βούτα τη και χώσ’ τη στον πισινό του Αρχοντάρη, και κουμπούριασέ τονε, να σωθεί η ανθρωπότης από’ να παλιοτόμαρο…
*
Μη νομίζετε ότι ο Δημητρός χρησιμοποίησε ποτέ την καραμπίνα… Όχι τον πισινό του Αρχοντάρη, μα ούτε κατσαρίδα ήτανε ο δόλιος ικανός να σημαδέψει… Αυτή σκούριασε στο βάθος της ντουλάπας. Τουλάχιστον, αξιώθηκε πια να δει το παιδί του όπως τ’ ονειρευότανε: καθηγητή με γραβάτα. Ο γιος μάζεψε τα εκατό και γύρισε, όπως το’ χε υποσχεθεί. Έγινε η μεταπολίτευση, γυρίσανε οι εξόριστοι – και μαζί μ’ αυτούς, βρήκε δουλειά κι ο γιος του Δημητρού. Και διορίστηκε επιτέλους καθηγητής σε σχολείο… Τώρα βέβαια, για τους μισθούς που του χρωστάγανε για όλο αυτό το διάστημα που ήτανε χωρίς δουλειά, οι υπουργοί, οι γραμματείς κι οι φαρισαίοι κάνανε τους κινέζους, αλλά πάλι καλά, μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας…
Ο Αρχοντάρης; Αυτός ήτανε που μάζεψε τα πιο πολλά παράσημα από την πολιτεία. Για τον αγώνα του υπέρ της δημοκρατίας… Κι από τα σαλόνια των συνταγματαρχών, βρέθηκε στα σαλόνια των υπουργών… Περιττό να σας πω ότι την ξυλάγγουρη τη σχόλασε: αφού τη μάδησε καλά καλά σα γαλόπουλο, την έστειλε με κούριερ στον πατέρα της, της έβγαλε κι ένα εφάπαξ, και ξαναπαντρεύτηκε μια δίμετρη εικοσάρα, άρτι αφιχθείσα από νεοϊδρυθέν κρατίδιο του ανατολικού μπλοκ…
Πέντε χιλιάρικα, μια παλιοκαραμπίνα και δώδεκα φυσίγγια. Τόσο στοίχισε το χτήμα του φουκαρά του Δημητρού…
Και κείνο το πανέμορφο δασάκι;… Του κάκου ψάχνει ακόμα να το βρει καβάλα στο γάιδαρο ο Δημητρός. Στη θέση του μοστράρει μια ξενοδοχειάρα πέντε αστέρων: πισίνες, γυμναστήρια, σάουνες, τζακούζια, κακό… Να χάνει η μάνα το παιδί…
Τα μάρμαρα;… Να’ ταν κι άλλα… Τα’ χουνε τώρα χαντακωμένα σ’ ένα υπόγειο στη Γερμαναρία ο μουσάτος κι η χοντρή. Και μαζεύονται κάθε πανσέληνο μαζί με άλλους αστραποκαμμένους γερμαναράδες, και λένε τα πατερημά τους και ξεθυμαίνουνε.
Κι ο Αρχοντάρης; Έμαθα πως πάει για βουλευτής. Με ποιο κόμμα;… Ε, αυτό πια δε σας το λέω. Μαντέψτε το.





Η Λωξάντρα στην Ελλάδα

Η Λωξάντρα, η αγράμματη Πολίτισσα, απεχθανόταν "τους Τουρκαλάδες, τα αγαρηνά σκυλιά που σφάζαν χριστιανούς"-όμως είχε τη σοφία να τους ξεχωρίζει απ'τον απλό λαό που ήταν ένα μαζί της: έψηνε καφέ για τον Τούρκο νυχτοφύλακα, κι έδινε αγίασμα στους Ανατολίτες μικροπωλητές... Κι όταν ήρθε στην "ελεύθερη Ελλάδα", αντίκρυσε χειρότερες σφαγές: αυτές που γίνονταν στο όνομα της δημοκρατίας... Η αποδόμηση είχε ήδη ξεκινήσει...

Η Λωξάντρα στην Ελλάδα

Η Λωξάντρα, η αγράμματη Πολίτισσα, απεχθανόταν "τους Τουρκαλάδες, τα αγαρηνά σκυλιά που σφάζαν χριστιανούς"-όμως είχε τη σοφία να τους ξεχωρίζει απ'τον απλό λαό που ήταν ένα μαζί της: έψηνε καφέ για τον Τούρκο νυχτοφύλακα, κι έδινε αγίασμα στους Ανατολίτες μικροπωλητές... Κι όταν ήρθε στην "ελεύθερη Ελλάδα", αντίκρυσε χειρότερες σφαγές: αυτές που γίνονταν στο όνομα της δημοκρατίας... Η αποδόμηση είχε ήδη ξεκινήσει...