A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: "Ο Αμερικάνος" επί σκηνής...

Ίδρυμα Μιχάλης ΚακογιάννηςΚυριακή 13.03.2011
2 παραστάσεις (19:00 & 21:00)


Μια θεατρική διασκευή του ομώνυμου κλασικού διηγήματος του Σκιαθίτη συγγραφέα για έναν ηθοποιό και για ένα μουσικό υπενθυμίζει τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη μοναξιά και η «αθεράπευτη» καχυποψία απέναντι σε οτιδήποτε άγνωστο ή φαινομενικά «ξένο». Ο ήρωας είναι «ξένος μέσα στον κόσμο του». Φυσικά, δεν είναι ούτε ξένος ούτε Αμερικάνος. Είναι ένας Έλληνας μετανάστης, που ύστερα από 25 χρόνια επιστρέφει στο νησί του και δεν τον αναγνωρίζει κανένας. Περιπλανάται μόνος στην αποβάθρα του λιμανιού και τριγυρνά στα σοκάκια της μικρής συνοικίας και στα χαλάσματα του πατρικού σπιτιού του. Το μόνο που τον κάνει να συνεχίζει να ελπίζει είναι ο έρωτας. Ο "Αμερικάνος" θα μπορούσε να είναι και η σημερινή ιστορία ενός μετανάστη ή λαθρομετανάστη εδώ στην Ελλάδα.  

 Στην παράσταση ο Θανάσης Σαράντος ως αφηγητής, ερμηνεύει μια περσόνα του Παπαδιαμάντη, κρυφοκοιτάζει τη δράση και "μετατοπίζεται" σε όλα τα πρόσωπα που αφηγείται με τη βοήθεια της μουσικής και των ήχων από τον νέο συνθέτη Λάμπρο Πηγούνη. Μια συνομιλία της απαστράπτουσας γλώσσας του Παπαδιαμάντη με  ζωντανή μουσική. Το σύμπαν των ατμοσφαιρικών ήχων που παράγονται από μια αλλιώτικη χρήση του πιάνου συνάδει με όλη την ποικιλία, την δύναμη και τον πλούτο της συγκλονιστικής γλώσσας του κλασικού διηγήματος.


Περίληψη: Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος, ο ωραίος και καλοφορεμένος άντρας που περιπλανάται παραμονή Χριστουγέννων στην αποβάθρα του λιμανιού; Μοιάζει με ξένο, φαίνεται Αμερικάνος. Γιατί τριγυρνά νυχτιάτικα στα σοκάκια της μικρής συνοικίας μας; Τι δουλειά έχει ανάμεσα στα χαλάσματα του σπιτιού του Στάθη του Μοθωνιού; Γιατί στέκεται και περιμένει στη μέση του δρόμου και γιατί κοιτάζει «επιμόνως» και «επί μακρόν» το μισόκλειστο παράθυρο της Μιχάλαινας;  Και πάνω από όλα γιατί «έχει ξουραφισμένο το μουστάκι και τα γένια»; 

Συντελεστές της παράστασης


Σκηνοθεσία-Ερμηνεία-Σχεδιασμός Φωτισμών: Θανάσης Σαράντος 
Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης
Σκηνικά-Κοστούμια: Λίνα Μότσιου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Δημήτρης Κερεστετζής
Βοηθός Σκηνογράφου:  Χρήστος Λάσκαρης

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Πειραιώς 206, (ύψος Χαμοστέρνας), Ταύρος
Τηλ: 2103418550, http://www.mcf.gr/











Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Αφήγηση Παύλου Νιρβάνα

"Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ' εκείνους που θα 'ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα» ήταν η άρνηση του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.

Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό μου. Να «ποζάρει» είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει -ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος- να μιλεί γαλλικά:
"Nous excitons la curiosite du public".
Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του ...Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, καί δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η «περιέργεια» του. Κι' αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος.
Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι... μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια- στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μήπως δεν ήταν, στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.
Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του «Οδοιπορικού Συνδέσμου», που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής <ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυο λουστράκια> που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως «ερεθίση την περιέργεια των». Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου «αναπαύεται εν Χριστώ» ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Καί πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους, οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης:

" Nous excitons la curiosite du public". 

(Παύλος Νιρβάνας, Νέα Εστία 1933, τευχ. 163)