A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

"Ὄνειρο στὸ Κῦμα": ο Παπαδιαμάντης στη Βέροια

"Όνειρο στο Κύμα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Κυριακή 16 Οκτωβρίου, Χώρος Τεχνών, Βέροια

100 χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, 
η παράσταση "Όνειρο στο Κύμα" από το Φεστιβάλ Αθηνών 2011, 
στο Χώρο Τεχνών Βέροιας, Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011, 9.00 μ.μ.

Σκηνοθεσία – Ερμηνεία
Θανάσης Σαράντος 

Σκηνικά – Κοστούμια
Εύα Μανιδάκη

Σχεδιασμός φωτισμών
Σάκης Μπιρμπίλης

Μουσική - σχεδιασμός ήχων
Λάμπρος Πηγούνης

Kινηματογραφικές προβολές
Θανάσης Σαράντος

Εμφανίζονται στο βίντεο
Μοσχούλα
Kαλλιόπη Σίμου
Βοσκόπουλο
Μιχάλης Θεοφάνους

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ 2011, ΗΘΙΚΟΝ ΑΚΜΑΙΟΤΑΤΟΝ


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο Θανάσης Σαράντος καταπιάνεται με το Όνειρο στο κύμα, ένα από τα κορυφαία έργα του συγγραφέα και το πρώτο διήγημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο οποίο υπάρχει περιγραφή γυμνού.
Η ιστορία της γνωριμίας του νεαρού βοσκού με τη Μοσχούλα μιλάει για τη νεανική ξεγνοιασιά, τη βουκολική απλότητα και την ευτυχία μες στη φύση, αποκαλύπτοντας παράλληλα έναν τραυματικό και ανολοκλήρωτο έρωτα, σε μια παράσταση όπου η δραματοποιημένη αφήγηση σμίγει με την κινηματογραφική εικόνα, για να μεταφέρει στο κοινό την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του παπαδιαμαντικού έργου.

Με την υποστήριξη του Μουσείου “Σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη”


ΚΡΙΤΙΚΗ

Η παράσταση του «Ονείρου στο κύμα» μας ενδιαφέρει, όχι μόνο γιατί έγινε από αληθινή αγάπη προς τον Σκιαθίτη ποιητή, αλλά και γιατί προσπαθεί να ανοίξει τον κατεστημένο τρόπο ασκητικής παρουσίασής του με περισσότερο ευρηματικά σκηνικά μέσα. Ένας μονόλογος γεμάτος από την παρήχηση του έρωτα, από το υγρό του στοιχείο και την πανίσχυρη αθωότητά του. Μια ερμηνεία γεμάτη από τον βουβό νόστο του αστικού συμβιβασμού.Σαν μυστικό, το όνειρο στο κύμα γίνεται, αντί για πηγή ενοχής, ενθύμηση ελευθερίας και διέξοδος προς μια άλλη ζωή, χαμένη πια και μακρινή, ζωντανή όμως στα όνειρά μας. Μέσα στη λιμνοθάλασσα που πλημμυρίζει το ταπεινό του γραφειάκι (σκηνικά και κοστούμια της Εύας Μανιδάκη), ο Θανάσης Σαράντος πλέκει την ιστορία του μικρού βοσκού που έζησε σε μια νύχτα την ερωτική αποθέωση.

Γρηγόρης Ιωαννίδης , ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Την αιωνιότητα...για μια στιγμή πλάι σου

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να 'χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα ,
θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,
σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ' αγαπώ.

Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα. Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ, εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων. Σ' όποιο μέρος της γης, σ' όποια ώρα,
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για ένα καινούργιο κόσμο... εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!

Τάσος Λειβαδίτης



Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

"Όνειρο στο Κύμα": ο Παπαδιαμάντης στο Φεστιβάλ Αθηνών



Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2011
Θανάσης Σαράντος / Όνειρο στο κύμα
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

(100 ΧΡΟΝΙΑ από το θάνατο του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ)

18-20 Ιουλίου , 21.00 και 23.00 (διπλές παραστάσεις)
Πειραιώς 260, Κτίριο Ε

Σκηνοθεσία -- Ερμηνεία
Θανάσης Σαράντος

Σκηνικά -- Κοστούμια
Εύα Μανιδάκη

Μουσική - σχεδιασμός ήχων
Λάμπρος Πηγούνης

Kινηματογραφικές προβολές
Θανάσης Σαράντος

Εμφανίζονται:
Μοσχούλα
Kαλλιόπη Σίμου
Βοσκόπουλο
Μιχάλης Θεοφάνους

Σχεδιασμός φωτισμών
Σάκης Μπιρμπίλης

Επιμέλεια κίνησης
Kαλλιόπη Σίμου

Βοηθός σκηνοθέτη
Μάρκος Τσούμας

Βοηθός σκηνογράφου
Eλίνα Λούκου

Επεξεργασία εικόνας
Arctic pictures

Φωτογραφία
Γαβριήλ Τζάφκας
Νίκος Χαλδούτας
Βασίλης Μεντόγιαννης

Μοντάζ
Αντώνης Γασπαρινάτος

Μουσικός
Μαρία Παπαθανασίου, φλογέρα

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο Θανάσης Σαράντος καταπιάνεται με το Όνειρο στο κύμα, ένα από τα κορυφαία έργα του συγγραφέα και το πρώτο διήγημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο οποίο υπάρχει περιγραφή γυμνού.

Η ιστορία της γνωριμίας του νεαρού βοσκού με τη Μοσχούλα μιλάει για τη νεανική ξεγνοιασιά, τη βουκολική απλότητα και την ευτυχία μες στη φύση, αποκαλύπτοντας παράλληλα έναν τραυματικό και ανολοκλήρωτο έρωτα, σε μια παράσταση όπου η δραματοποιημένη αφήγηση σμίγει με την κινηματογραφική εικόνα, για να μεταφέρει στο κοινό την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του παπαδιαμαντικού έργου.

Με την υποστήριξη του Μουσείου "Σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη" και του Δήμου Σκιάθου.

χορηγός κινηματογραφικού εξοπλισμού marni films
χορηγός επικοινωνίας Galaxy FM

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Θανάσης Σαράντος: "Όνειρο στο κύμα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2011
Θανάσης Σαράντος / Όνειρο στο κύμα
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

(100 ΧΡΟΝΙΑ από το θάνατο του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ)

18-20 Ιουλίου , 21.00 και 23.00 (διπλές παραστάσεις)
Πειραιώς 260, Κτίριο Ε

Σκηνοθεσία -- Ερμηνεία
Θανάσης Σαράντος

Σκηνικά -- Κοστούμια
Εύα Μανιδάκη

Μουσική - σχεδιασμός ήχων
Λάμπρος Πηγούνης

Kινηματογραφικές προβολές
Θανάσης Σαράντος

Εμφανίζονται
Μοσχούλα
Kαλλιόπη Σίμου
Βοσκοπούλο
Μιχάλης Θεοφάνους

Σχεδιασμός φωτισμών
Σάκης Μπιρμπίλης

Επιμέλεια κίνησης
Kαλλιόπη Σίμου

Βοηθός σκηνοθέτη
Μάρκος Τσούμας

Βοηθός σκηνογράφου
Eλίνα Λούκου

Επεξεργασία εικόνας
Arctic pictures

Φωτογραφία
Γαβριήλ Τζάφκας
Νίκος Χαλδούτας
Βασίλης Μεντόγιαννης

Μοντάζ
Αντώνης Γασπαρινάτος

Μουσικός
Μαρία Παπαθανασίου, φλογέρα

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο Θανάσης Σαράντος καταπιάνεται με το Όνειρο στο κύμα, ένα από τα κορυφαία έργα του συγγραφέα και το πρώτο διήγημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο οποίο υπάρχει περιγραφή γυμνού.

Η ιστορία της γνωριμίας του νεαρού βοσκού με τη Μοσχούλα μιλάει για τη νεανική ξεγνοιασιά, τη βουκολική απλότητα και την ευτυχία μες στη φύση, αποκαλύπτοντας παράλληλα έναν τραυματικό και ανολοκλήρωτο έρωτα, σε μια παράσταση όπου η δραματοποιημένη αφήγηση σμίγει με την κινηματογραφική εικόνα, για να μεταφέρει στο κοινό την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του παπαδιαμαντικού έργου.

Με την υποστήριξη του Μουσείου "Σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη" και του Δήμου Σκιάθου.

χορηγός κινηματογραφικού εξοπλισμού marni films
χορηγός επικοινωνίας Galaxy FM

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

"Δαρμοί και πόνοι στα δάχτυλα του Παπαδιαμάντη…"

(πηγή: "Πινακίδες Από Κερί" (http://waxtablets.blogspot.com))

Ένα συγκλονιστικό "φανταστικό" αφήγημα-που το ανακάλυψα τυχαία στη "θάλασσα" της blog-όσφαιρας-ένα από κείνα τα σπάνιας και αμύθητης ομορφιάς κοχύλια από τα οποία βρίθει αυτή η θάλασσα-και που δείχνουν περίτρανα πως ούτε η ζωή σταματάει, ούτε η αληθινή τέχνη πέθανε, ούτε η ανθρώπινη ευαισθησία ήταν ποτέ πολυτέλεια-ειδικά μάλιστα στους σκοτεινούς καιρούς. Δάκρυσα από χαρά βλέποντας τη Σκιάθο μου-αυτή που αγαπάω-να ζει και να αγαπιέται από τόσους, που ούτε να φανταστώ μπορούσα, συγκλονίστηκα βλέποντας πόσοι πολλοί είναι οι φίλοι οι γκαρδιακοί του κυρ-Αλέξανδρου, που-ηλιθιωδώς-εμείς τα ανίψια του και δισέγγονά του τον είχαμε για λησμονημένο.
Λεονάρντο ντα Βίντσι: Χέρια
Πηγή εικόνας


"Γύρω στις τέσσερις ξημερώματα, ένα πρωινό του Γενάρη του 2011 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φάνηκε να περπατά στο πεζοδρόμιο της Ιπποκράτους, στο ύψος της Καλλιδρομίου. Τον είδε ο ένοπλος φρουρός που έκανε περιπολία έξω από το αστυνομικό τμήμα -  φρούριο της περιοχής και δεν τον αναγνώρισε. Φυσικό θα πείτε, ο φρουρός ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών πού να τον ξέρει για να αναρωτηθεί τι δουλειά είχε ο Παπαδιαμάντης τέτοια ώρα μπροστά του. Και τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη να ρωτούσες δεν θα ήταν δυνατόν εκείνη τη στιγμή να το εξηγήσει, γιατί είχε χάσει τη μνήμη του. Μη ξέροντας λοιπόν ποιος είναι, δεν ήταν δυνατόν να δώσει εξηγήσεις για το πώς βρέθηκε εκεί, ελαφρά μεθυσμένος…αλλά τελείως ακίνδυνος. Ο φρουρός έπρεπε βέβαια να προσέχει- ούτως ή άλλως υπήρχε και δεύτερος συνάδελφος στο φυλάκιο επί της Καλλιδρομίου –  αρματωμένος σαν αστακός και αυτός. Έτσι τον παρατηρούσε με το βλέμμα  - να ακουμπά στον τοίχο και να κοιτά γύρω του -   χωρίς να μετακινηθεί και χωρίς σχεδόν να ανησυχήσει.
Θα έπρεπε άραγε να ανησυχήσει κανείς με την εμφάνιση του Παπαδιαμάντη στην Καλλιδρομίου τέτοια ώρα και τέτοια εποχή; θα έπρεπε σίγουρα εφ’ όσον βεβαιωμένο ήταν ότι  ο Παπαδιαμάντης είχε φύγει από τη ζωή εδώ και εκατό τόσα χρόνια...Εγώ που το γράφω αυτό το ξέρω και παραξενεύομαι.   Μπορώ να δηλώσω ωστόσο -   με  μια βεβαιότητα που δεν επιδέχεται άλλες αποδείξεις -  ότι ήταν αυτός στα σίγουρα  και ότι στεκόταν εκεί έχοντας χάσει τη μνήμη του…Για την ακρίβεια δεν υπήρχαν  κενές  περιοχές στον μυαλό του από  όπου να  είχε σβηστεί κάθε ανάμνηση. Δεν συνειδητοποιούσε  δηλαδή μια έλλειψη,  αλλά μια υπερπληθώρα αναμνήσεων. Κατακλυζόταν διαρκώς από ασύνδετες εικόνες και  ήχους, ένα ατμόπλοιο να αναχωρεί για Μασσαλία, παιδιά να ψάλλουν τα κάλλαντα των Φώτων, και μια αλλόκοτη επιγραφή στον τάφο μιας γυναίκας στην Αγγλία " Also Georgiana, wife of the above " (1)  του προκαλούσε μια ανησυχία για τη μητέρα του που δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της και στους κανόνες του παιχνιδιού ήταν να μην πρέπει  να του το θυμίσω, ούτε το όνομά της ούτε βέβαια ήταν της παρούσης να αναφερθούν αυτά για τον άνεμο  και τη βροχή που δέρνει το σκοτεινό τρυγόνι…Ένας ψίθυρος συνομιλιών βούιζαν στο εσωτερικό του μυαλού του και προκαλούσαν και σε μένα σύγχυση και ζάλη εκείνη τη στιγμή αλλά και μια απίστευτη υπερδιέγερση και συναίσθηση ότι   ζω μια εξαιρετική στιγμή στη ζωή μου. Ένα αλλόκοτο παιχνίδι του χρόνου και της μνήμης,  με μοναδικό μάρτυρα τον ένοπλο φρουρό στην Ιπποκράτους γωνία Καλλιδρομίου. Απέναντί μου ο Παπαδιαμάντης, με σάρκα και οστά να έχει χάσει το δρόμο. Τον πλησίασα και με κοίταξε σαν να γνωριζόμασταν χρόνια, βρισκόταν ολοσχερώς βυθισμένος σε ένα λαγούμι αναμνήσεων όπου δεν μπορούσε να βρει την άκρη…και μου είχε δοθεί η χάρις να βρίσκομαι εκεί και να τον βλέπω…
«Vite, vite…nous excitons la curiosite du public…» (2)  μου μίλησε πρώτα εκείνος και γέλασα κοιτώντας το ένοπλο κοινό μας που άρχισε να περπατά προς το μέρος μας…αρχίσαμε κι οι δυο να γελάμε δυνατά, ανόητα, νευρικά…που σηκώθηκε και ο άλλος από το φυλάκιο και βρεθήκαμε ώσπου να πεις κύμινο μέσα στο κτίριο της ασφάλειας στην Καλλιδρομίου και φυσικά εκείνος δεν θυμόταν ποιος ήταν και δεν είχε ταυτότητα κι εγώ δεν τολμούσα να πω στον αστυνομικό που μας κοίταζε άγρια τι ακριβώς είχε συμβεί, αφού ούτε εγώ μπορούσα να το καταλάβω και αν το έλεγα θα νόμιζαν ότι τους κοροιδεύω…
Μας είπαν να αδιάσουμε τις τσέπες μας και εκείνος άρχισε να βγάζει πενηνταράκια του Όθωνα που ο φρουρός  κοιτούσε έκπληκτος, ένα μικρό μολύβι μάρκας  "schwan" και μια σβούρα με σπάγκο…
Εγώ δεν είχα τίποτε...δεν είχα τσέπες και δεν είχα μαζί μου ταυτότητα αλλά αυτό δεν ήταν σοβαρό, κανείς δεν έδωσε σημασία ούτε μας απείλησε γιατί ήταν η ώρα που είχαν φέρει σουβλάκια από απέναντι και μας έκλεισαν σε ένα κελί μαζί μέχρι να μας ανακρίνουν…

Πρέπει να πάω στη Γαλλία,  μου είπε…έχω κάτι να κάνω εκεί…

Από τη συζήτησή μας κατάλαβα ότι θεωρούσε ότι ήταν ναυτικός  και έπρεπε να τακτοποιήσει μια υπόθεση με την κόρη ενός στενού του φίλου που ζούσε στη Χάβρη…Μου είπε ότι καταγόταν από τη Σμύρνη και από ένα νεανικό λάθος, είχε παρασυρθεί από τις συκοφαντίες είχε διαλύσει τον αρραβώνα του. Έκτοτε είχε μείνει ανύπανδρος έως τα πενήντα του…και τώρα έπρεπε να ταξιδέψει στη Γαλλία, εξάπαντος
Μετά μίλησε για κάτι εκλογές στο νησί και πώς είχαν πειθαναγκάσει τον πατέρα του να τον αρραβωνιάσει με κάποιαν που δεν ήθελε…Δεν ρώτησα ποιο νησί αλλά εθεωρείτο αυτονόητο…
Μετά με ρώτησε αν έχω καπνό για  να στρίψει τσιγάρο…δεν είχα, λυπόμουν πολύ δεν πειράζει μου είπε και μετά το ξέχασε και στάθηκε λίγο σιωπηλός…

Στο κτίριο υπήρχε μια τηλεόραση που έπαιζε στη διαπασών…οι φρουροί μας είχαν ξεχάσει…Ανέφερε μου είπε πως έχει φοιτήσει σε στρατιωτική σχολή και δεν είναι η πρώτη φορά που τον συλλαμβάνουν, έχει κάνει φυλακή στην Αγία Πετρούπολη και πώς η Καινή Διαθήκη που είχε μαζί του τον έκανε να αντλεί όλη τη δύναμη για να αντέξει...

Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και δυο άλλα μου δάκτυλα πάσχουσιν σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί…

Άπλωσε σεμνά τα χέρια του στα γόνατά του και είδα τα δάκτυλά του…
Καθαρά, μαλακά…γιατί μου το έλεγε αυτό;

Τον ενοχλούσε η τηλεόραση αλλά δεν ήθελε να παραπονεθεί… έκλεισα με τα χέρια του τα αυτιά του και με κοίταξε στα μάτια…σαν να μου έλεγε δεν αντέχω την κακοφωνία δεν αντέχω, δεν αντέχω, βγάλε με από εδώ…Τι να εξηγήσω σε αυτούς τους ανθρώπους…
Γίνεται μια εκδήλωση για μένα στον Παρνασσό είπε μετά…
Ο τρόπος που μιλούσε δεν μου άφηνε το περιθώριο να καταλάβω αν είχε συναίσθηση του πόσο εξωφρενικό ήταν αυτό που μας είχε συμβεί. Κάποια στιγμή ξέχασε την εκδήλωση, ξέχασε το ταξίδι και θυμήθηκε μια καταπάτηση αγρού και τη διαμάχη και πώς είχε ο ίδιος εμπλακεί στις μηνύσεις εφ’ όσον ήταν απόφοιτος της νομικής…μετά είπε όχι δεν ήταν απόφοιτος - δευτεροετής ήταν -  αλλά δεν ήταν η νομική…ναι η σχολή μηχανικών του υπενθύμισα…όχι η  φιλοσοφική μου είπε…
Μετά είπε για τους πνεύμονές του που πονούν και κάνει αιμοπτύσεις…και όλη την ώρα σκεφτόμουν  ενώ κοίταζα μια νυχτοπεταλούδα να πετάει στη λάμπα του κρατητηρίου δεν σκεφτόμουν δηλαδή,  κάποιος είχε βάλει στο μυαλό μου μια φράση, "οι νύχτες του πέφτουν στην καρδιά μας σαν γιασεμί" …και κάτι για την αμαρτία…ότι μπορούσαμε να περπατήσουμε χωρίς βάρος χωρίς αμαρτία…

Μεταξύ ανθρωπίνης και θείας δικαιοσύνης,  είπε εκείνος κοιτώντας με στα μάτια…

Τη θυμηθήκατε η Φραγκογιαννού τελικά,  του είπα…
Όχι για το Ρασκόλνικοφ μιλώ απάντησε…του έπιασα τότε τα χέρια, αυτό πιστέψτε με έγινε και θυμάμαι το άγγιγμα…ζεστά... στεγνά…αυτή τη φορά ένιωσα το πονεμένο δέρμα στα δάκτυλα και θυμηθήκαμε και το Γιωργή και την Αρχοντούλα και το τυφλό παιχνίδι των δαχτύλων…τότε που έπαιζαν αυτή με τα δυο της χέρια και αυτός με το δάχτυλό του…και γέλασα  και παραλίγο να πω «δω μου φωτίτσα – έλα παραπανίτσα»  και  αυτός δεν αντέδρασε καθόλου στο χαμόγελο και κατάλαβα ότι ενώ αγαπά το Θερβάντες τον Ντίκενς και τον Σέξπηρ έχει παρασυρθεί στους λαβυρίνθους του Ντοστογιέφσκι…

«περί τας αρχάς Ιουλίου, εσπέραν τινά υπερβαλλόντως θερμήν, νέος τις εξήλθεν εκ του μικρού μετ’ επίπλων θαλάμου, όν κατείχεν υπό την στέγην μεγάλης πεντωρόφου οικίας εν τη οδώ Σ…, και βραδέως με αναποφάσιστον ήθος διευθύνθη προς την γέφυραν Κ…» (3)

Ο φρουρός με φώναξε και μου είπε ότι μπορώ να φύγω…έγινε εξακρίβωση…
Τι θα γίνει με τον…είπα χωρίς να μπορώ να ξεστομίσω το όνομά του…
Εκείνος κρατούσε το κεφάλι του στα δυο του χέρια και δεν φαινόταν να νοιάζεται…
Γίνεται έρευνα για μια γριά που τη λήστεψαν και τη δολοφόνησαν  μου είπε ο φρουρός…υπερβολικά εξομολογητικός θα έλεγα…
Πώς να φύγω και να τον αφήσω…
με κοίταξε και μου είπε, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ξέρω  ότι αυτή η σκηνή είχε παιχτεί ξανά στην ιστορία, τα λόγια του Ιησού προς τον Βαπτιστή, που είπε και ο Ντοστογιέφσκι τότε που  απευθυνόταν στην απαρηγόρητή σύζυγό του λίγο πριν πεθάνει…

Αφέσου, "άφες άρτι"…

Το χέρι του μετέωρο στον αέρα…δεν με άφησε να τον αγγίξω για δεύτερη φορά…

Και ο φρουρός με έβγαλε από το κρατητήριο.  Κατηφόρισα την Ιπποκράτους…ξημέρωνε…οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να μαζεύονται στις στάσεις των λεωφορείων για να πάνε στις δουλειές τους…και δεν με ενοχλούσαν οι εξατμίσεις των λεωφορείων…η μέρα μου ελαφριά σαν γιασεμί…


(1) "και η Γεωργιάνα, σύζυγος του ως άνω" από τις Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς
(2) Γρήγορα, γρήγορα...ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού  (βλ. Υστερόγραφο γ)
(3) Αρχή από το "Έγκλημα και Τιμωρία" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη

ΥΓ
α) Το 2001 εντοπίστηκαν σε ένα χαρτοκιβώτιο πεταμένο στα σκουπίδια στην Καλλιδρομίου σχολικά τετράδια του Παπαδιαμάντη, ανέκδοτες επιστολές του και ένα μικρό μολυβάκι μάρκας  schwan. Σε μια από τις επιστολές που απευθύνεται προς την οικογένεια του ανηψιού του αναφέρει ότι θα ήθελε πολύ να κάνει ένα ταξίδι στη Γαλλία.
(πρβλ το δικτυακό τόπο του ΕΛΙΑ:http://www.elia.org.gr/pages.fds?pagecode=08.02.03&langid=1#)
Τη φράση:
β) "Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και δυο άλλα μου δάκτυλα πάσχουσιν σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί…" τη γράφει στο φίλο του Γιάννη Βλαχογιάννη που τον πιέζει να κάνει πιο γρήγορα με τη μετάφραση του έργου του Ντοστογιέφσκι "¨Εγκλημα και Τιμωρία". 
(http://mkaragiannis.blogspot.com/2007/12/blog-post_17.html)
Τη μετάφραση την έκανε από τα γαλλικά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιδεόγραμμα. 
Από αυτή τη μετάφραση είναι και το παράθεμα: "περί τας αρχάς Ιουλίου"
γ) "Nous excitons la curiosite du public"... μαρτυρεί ο Παύλος Νιρβάνας ότι το είπε ο Παπαδιαμάντης, 
στα γαλλικά, όταν αποφάσισε τελικά να φωτογραφηθεί..."

(πηγή: "Πινακίδες Από Κερί" (http://waxtablets.blogspot.com))

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Ζάππειο, Γιορτή Βιβλίου-Επίσκεψη στο σπίτι του Παπαδιαμάντη

Παρασκευή 20 Μαΐου, 21:00 μ.μ.:
Νοερή επίσκεψη στο σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Η Διευθύντρια του Μουσείου Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, κα Αθηνά Παπαγεωργίου, θα παρουσιάσει με λόγο και εικόνα το ιστορικό του Μουσείου. Ο θεολόγος και συγγραφέας κ. Δημήτρης Μαυρόπουλος θα διαβάσει αποσπάσματα από “Τα βασανάκια” και “Από την
αγάπη στον γκρεμνό” και ο ηθοποιός κ. Θανάσης Σαράντος απόσπασμα από το διήγημα “Έρως, θέρος”.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός Γράμ­μα στὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη



Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός

Γράμ­μα στὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη

Ἀ­λί­μο­νο κι ἀ­λὶ κα­η­μὸς / τοῦ γε­μιτ­ζῆ ὁ ξε­νι­τε­μός.

Πό­λη τῆς Κα­γι­ούγ­κα
Δε­κέμ­βριος 1960

ΑΓΑΠΗΤΕ μου Ἀ­λέ­ξαν­δρε,
στὴν πό­λη αὐ­τὴ ἀ­π’ ὅ­που σοῦ γρά­φω τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ γράμ­μα, καὶ δέ­ξου το σὲ πα­ρα­κα­λῶ σὰν μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη ἔκ­φρα­ση εὐ­γνω­μο­σύ­νης γιὰ τὸ ἔρ­γο σου πού, ἐ­δῶ στὴν ξε­νι­τιά, εἶ­ναι ἡ μό­νη πα­τρί­δα ποὺ ἔ­χω καὶ περ­νῶ ἀ­πὸ τὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα στὸ ἄλ­λο ὅ­πως ἐ­σὺ περ­νοῦ­σες ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο ἀ­κρο­γιά­λι τοῦ νη­σιοῦ σου, λοι­πὸν στὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τὴ λὲν Κα­γι­ούγ­κα, ἕ­ξι ὧ­ρες μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ἔ­φτα­σα προ­χτές. Τα­ξι­δεύ­α­με νύ­χτα καὶ σ’ ὅ­λο τὸ δρό­μο ἐ­νῶ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἔ­παι­ζε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους ὕ­μνους, με­ρι­κοὺς τοὺς ἤ­ξε­ρα, κι ἔ­β­λε­πα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὰ μι­κρὰ σπί­τια τῆς ἐ­ξο­χῆς, ὅ­λα φω­τι­σμέ­να μὲ γιρ­λάν­τες ἀ­πὸ φῶ­τα, μὲ δέν­τρα χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα στὰ κά­δρα τῶν πα­ρα­θυ­ρι­ῶν. Με­ρι­κὰ εἶ­χαν ὁ­λό­κλη­ρη τὴ σκη­νὴ τῆς Γέν­νη­σης ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς πόρ­τες τους. Εἶ­χε χι­ο­νί­σει, μὲς στὸ πυ­κνὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­γε­τώ­να, μοιά­ζαν πα­ρα­μυ­θέ­νια. Μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ νο­σταλ­γοῦ­σα τὰ κά­λαν­τά σου: «Χρι­στού­γεν­να, πρω­τούγεν­να, πρώ­τη γι­ορ­τὴ τοῦ χρό­νου, ἐ­βγᾶ­τε, ἀ­κοῦ­στε, μά­θε­τε τώ­ρα ὁ Χρι­στὸς γεν­νι­έ­ται.»
Ἡ πό­λη «εἶ­ναι ἄ­σπρη σὰν τὸν Ἔ­λυμ­πο, σὰν τ’ ἄ­σπρο πε­ρι­στέ­ρι». Μι­κρή, σπι­τί­σια, ἴ­σως καὶ μι­κρό­χα­ρη, εἶ­ναι «ὁ­λό­γυ­ρα στὴ λί­μνη» ποὺ ὅ­μως δὲν ἔ­χει κα­μιὰ σχέ­ση μὲ τὴ λί­μνη ποὺ πε­ρι­γρά­φεις ἐ­σὺ στὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μά σου. Τού­τη ἡ λί­μνη ἡ Κα­γι­ούγ­κα, ἀ­π’ ὅ­που κι ἡ πό­λη τρά­βη­ξε τ’ ὄ­νο­μά της, δὲν ἔ­χει δυὸ οὐ­ρα­νοὺς οὔ­τε «κα­λα­μώ­νας σει­ό­με­νους ὑ­πὸ τοῦ ἀ­νέ­μου», οὔ­τε καὶ «βρύ­α, λύ­γους καὶ ἀ­σφό­δε­λους ποὺ ἀ­πέ­ζουν ἐκ τοῦ ἕ­λους τῆς λί­μνης καὶ ἐκ τοῦ λί­πους τοῦ βάλ­του κλί­νον­τα τὰς χθα­μα­λὰς κορυ­φάς των πρὸς τὸ ὕ­δωρ, ὡς ν’ ἀ­πέ­δι­δον εἰς τὴν λί­μνην τὴν ὀ­φει­λο­μέ­νην εὐ­γνώ­μο­να ὑ­πό­κλι­σιν». Τού­τη ἡ λί­μνη εἶ­ναι ἕ­να ἀ­δά­μα­στο θε­ριὸ καὶ τὰ λι­γο­στὰ σπί­τια τῆς πό­λης μιὰ χα­ψιὰ μπρο­στὰ στὸ ἀ­δη­φά­γο στό­μα της. Εἶ­ναι μιὰ προ­έ­κτα­ση ἄλ­λων λι­μνῶν ποὺ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν ὅ­λες με­τα­ξύ τους ὑ­πο­γεί­ως κι αὐ­τὸ τὸ συμ­πε­ραί­νουν ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι δὲ βρί­σκον­ται πο­τὲ στὸν πυθ­μέ­να τους τὰ πτώ­μα­τα τῶν πνιγ­μέ­νων. Τὴν εἶ­δα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πα­γω­μέ­νη. Πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­θρέ­φτη της εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ γιὰ πάν­τα τὰ τε­λευ­ταῖ­α ρεύ­μα­τα τῶν νε­ρῶν. Κι ὡ­στό­σο ἡ ἀ­πά­τη φά­νη­κε ὅ­ταν πῆ­γα νὰ πα­τή­σω ἐ­πά­νω του, ἐμ­πι­στευ­ό­με­νος, εὐ­τυ­χῶς, πρῶ­τα τὸ ἕ­να μου πό­δι: ὁ πά­γος τό­τε ὑ­πο­χώ­ρη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ βρέ­θη­κα μὲ τὴν ἁρ­πά­γη ἑ­νὸς βάρ­βα­ρου θε­ριοῦ στὸν ἀ­στρά­γα­λο ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ μὲ ρου­φή­ξει ὅ­λον μέ­σα. Πιὸ πέ­ρα, μὲς στοὺς βρά­χους τῶν βου­νῶν καὶ τὰ πα­νύ­ψη­λα δέν­τρα τους, ἦ­ταν οἱ κα­ταρ­ρά­χτες. Ὁ κα­ταρ­ρά­χτης ἀ­πὸ μα­κριὰ ἔ­χει τὴν ὀ­μορ­φιά του. Ἀλ­λὰ ἀ­πὸ κον­τὰ δέ­χε­σαι τὴ βου­ή του σὰν μιὰ μπου­νιὰ στὸ στο­μά­χι σου καὶ θέ­λεις νὰ τὸν κλο­τσή­σεις μὲ τὸ πό­δι σου. Τὰ τύμ­πα­νά σου ὁ­λό­κλη­ρα δὲν τὸ χω­ρᾶν, ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κλη­σά­κι, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, δὲ δέ­χε­ται ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο χω­ριὸ κά­τω ἀπ’ τὶς στε­νὲς κα­μά­ρες του. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Κι ἔ­νι­ω­θα στε­γνός, πα­ρ’ ­ὅ­λο ποὺ βρε­χό­μου­να καὶ τὰ κό­κα­λά μου γί­ναν εὔ­θραυ­στα, σὰν ξε­ρό­κλα­δα κι εἶ­δα τὸ κορ­μί μου λί­πα­σμα γιὰ τὴν ἀ­νύ­παρ­κτη γῆ. Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μὲ τρό­μα­ξε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἦ­ταν κά­τι γι­γάν­τιοι στα­λα­κτί­τες ποὺ κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὶς σπη­λι­ές, μὲ φόν­το τὸ μαῦ­ρο. Μοῦ φά­νη­καν ξαφ­νι­κὰ σὰν λα­ξευ­τι­κὰ σύ­νερ­γα κυ­κλώ­πων, σὰν μπρά­τσα σοῦ­περ μί­στερ ἀ­μέ­ρι­κα ποὺ ἀ­τρό­φη­σαν στὰ δά­χτυ­λα ἀλ­λὰ ποὺ κρά­τη­σαν ὅ­λη τὴν ἀρ­χι­κή τους δύ­να­μη στὰ πον­τί­κια.
Ὅ­ταν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ μπαί­νον­τας τυ­χαῖ­α σ’ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο γιὰ νὰ φᾶ­με, μα­ζὶ μὲ τὴν Πό­πη, τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου, γνώ­ρι­σα Ἀ­λέ­ξαν­δρε, ποι­ὸν νὰ φαν­τα­στεῖς, ναὶ τὸ Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ λὲς στὸ δι­ή­γη­μά σου «Ὁ­λό­γυ­ρα στὴ Λί­μνη» ὅ­τι ἔ­πε­σε δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ νε­ρό της, τὴ μιὰ γιὰ νὰ σκα­λώ­σει σ’ ἕ­να νι­ο­βά­φτι­στο κα­ρά­βι «δὶς καὶ τρὶς τὸν ἐμ­πό­δι­σαν με­τ’ αὐ­στη­ρό­τη­τος πό­τε ὁ πρω­το­μά­στο­ρης, πό­τε εἷς τῶν μα­ραγ­κῶν» ὁ­πό­τε «τί νὰ κά­μῃ τό­τε καὶ αὐ­τός, ἀ­φοῦ δὲν ἠ­ξι­ώ­θη ν’ ἀ­να­βῇ ἐγ­καί­ρως εἰς τὸ πλοῖ­ον, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος ρι­φθεὶς εἰς τὴν θά­λασ­σαν, ἀ­κο­λου­θή­σας τὸ σκά­φος καὶ ἡ καρ­δί­α σου» λὲς σ’ αὐ­τὸν ποὺ ἀ­πευ­θύ­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μά σου, «ἠ­σθάν­θης πι­κρὸν νυγ­μὸν ζη­λο­τυ­πί­ας καὶ ἡ καρ­δί­α σου ἐ­πλη­γώ­θη ἀ­πὸ τὸ παι­δα­ρι­ῶ­δες τοῦ­το κα­τόρ­θω­μα τοῦ πτω­χοῦ Χρι­στο­δου­λῆ» κα­θὼς τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ ρί­χτη­κε πά­λι στὸ νε­ρὸ «χω­ρὶς νὰ δι­στά­σει, μὲ τὸ ὑ­πο­κά­μι­σον καὶ τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα, τὰ ὁ­ποί­α ἀ­πε­τέ­λουν πάν­το­τε ὅ­λην τὴν ἐν­δυ­μα­σί­αν του, ἐκ­πη­δή­σας ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μῶ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως γιὰ νὰ σώ­σει τὴ βάρ­κα τῆς ὡ­ραί­ας Πο­λυ­μνί­ας». Καὶ τε­λει­ώ­νεις τὸ δι­ή­γη­μα μὲ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές. «Καὶ ὁ Χρι­στο­δου­λής; Ἔ­γι­νε ναυ­τι­κὸς πε­ρί­φη­μος, ἀλ­λ’ ἀ­πὸ ἐ­τῶν δὲν ἤ­κου­σες τί πε­ρὶ αὐ­τοῦ. Ἴ­σως νὰ ἐ­πῆ­γεν εἰς τὴν Ἀ­με­ρι­κήν, κα­θὼς τό­σοι ἄλ­λοι». Κι ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς Ἀ­λέ­ξαν­δρε, τὸν βρῆ­κα καὶ νὰ πῶς.
Τὸ γκαρ­σό­νι τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου ἀ­κού­γον­τάς μας νὰ μι­λᾶ­με μὲ τὴν Πό­πη ἑλ­λη­νι­κά, μᾶς εἶ­πε ὅ­τι ὁ «μπό­σης» ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο. Κα­θό­ταν στὸ γκι­σέ, ἕ­νας κο­τσο­νά­τος γέ­ρος, ἀ­χέ­πας, καὶ μοῦ μι­λοῦ­σε χω­ρὶς νὰ στα­μα­τή­σει νὰ χτυ­πᾶ στὸ μη­χά­νη­μα νού­με­ρα φαν­τα­στι­κά. Τὸν ρώ­τη­σα πῶς λε­γό­τα­νε καὶ μοῦ εἶ­πε Χρι­στο­δου­λὴς Πα­πα­δό­που­λος, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ γιὰ λό­γους συν­το­μί­ας τὸ ἔ­κα­νε Κρὶς Πά­πας. Στὴν ἀρ­χή, γιὰ νά­ ‘μαι εἰ­λι­κρι­νής, δὲ σὲ σκέ­φτη­κα. Ἀλ­λὰ ἔ­πει­τα φω­τί­στη­κε τὸ μυα­λό μου. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν σὲ ἤ­ξε­ρε καὶ μοῦ ἀ­πάν­τη­σε πὼς βέ­βαι­α σὲ θυ­μό­ταν ἀ­χνὰ «κα­λὸς ψάλ­της ὁ Ἄ­λεξ». Θυ­μό­ταν καὶ τὶς ἀ­δελ­φές σου ποὺ τοῦ δί­να­νε πάν­το­τε φρέ­σκα κα­ρύ­δια μέ­σα ἀ­π’ τὶς με­γά­λες τσέ­πες τους. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ἂν ἦ­ταν πο­τὲ ναυ­τι­κός. Ναί, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ἀ­πὸ ναυ­τι­κὸς ξε­κί­νη­σε, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα βα­ρέ­θη­κε τὶς θά­λασ­σες καὶ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ κα­ρά­βι. Σκα­στὸς καὶ λα­θραῖ­ος γιὰ πο­λὺ και­ρὸ κα­τά­φε­ρε νὰ κά­νει ἕ­ναν εἰ­κο­νι­κὸ γά­μο γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ὑ­πη­κο­ό­τη­τα. Με­τὰ κά­λε­σε τὴν κο­πέ­λα ἀ­π’ τὸ χω­ριό του καὶ παν­τρευ­τή­κα­νε ἐ­δῶ. Δού­λε­ψαν κι οἱ δυ­ὸ σκλη­ρά. «Στὰ χρό­νια τοῦ ντι­πρέ­σιο» μοῦ εἶ­πε «πε­ρά­σα­με με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του». Που­λοῦ­σε σάν­του­ιτς στὴν ἀρ­χὴ σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη καὶ μὲ τὰ σάν­του­ιτς ἔ­πια­σε λε­φτὰ καὶ μ’ αὐ­τὰ τὰ λε­φτὰ ἄ­νοι­ξε ἕ­να μι­κρὸ μα­γα­ζά­κι κι ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζά­κι ἔ­φτα­σε τώ­ρα νά ‘χει καὶ τὰ τρί­α ἑ­στι­α­τό­ρια στὴν Κα­γι­ούγ­κα δι­κά του. Κι εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρή­φα­νος γιὰ τὰ λε­φτά του. Σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ μα­γα­ζιοῦ κρέ­με­ται ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ι ποὺ οἱ δεῖ­χτες του δὲ δεί­χνουν ἀ­ριθ­μοὺς ἀλ­λὰ τὸ δω­δε­κά­θε­ο τῶν γραμ­μά­των τοῦ ἐ­κλα­τι­νι­σμέ­νου ὀ­νό­μα­τός του: C­h­r­i­ss P­a­p­p­as. Μοῦ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε ἔ­πει­τα ὅ­τι οἱ συγ­γε­νεῖς του ἀ­π’ τὸ νη­σὶ δὲ μέ­νουν πο­τὲ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὰ λε­φτὰ καὶ τὰ δέ­μα­τα ποὺ τοὺς στέλ­νει κι ὅ­λο τοῦ ζη­τοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρα. «Νο­μί­ζουν ἐ­κεῖ κά­τω», μοῦ εἶ­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, «ὅ­τι ἐ­δῶ τὰ ντό­λαρς πέ­φτουν ἀ­π’ τὸ σκά­ι. Δὲν ξέ­ρουν ὅ­τι δου­λεύ­ου­με ὂλ ντέ­ι λόγκ, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι κά­θον­ται στοὺς κα­φε­νέ­δες.­.­.­». Τὸ νη­σί του τὸ φαν­τα­ζό­ταν ἀ­κό­μα χω­ρὶς ἠ­λε­κτρι­σμό. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μί­σε­ψε δὲν ξα­να­πῆ­γε. «Θά ‘θε­λα νὰ ξα­να­πά­ω», πρό­σθε­σε «ἀλ­λὰ μο­νά­χα γιὰ βί­ζιτ. Ἐ­δῶ ἡ δου­λειὰ μᾶς χρει­ά­ζε­ται ὂλ ντέ­ι λόγκ». Κι ὕ­στε­ρα μᾶς προ­σκά­λε­σε νὰ πᾶ­με στὸ σπί­τι του τὴν ἄλ­λη μέ­ρα. Πρὶν φύ­γου­με μὲ ρώ­τη­σε τί σπου­δά­ζω ἐ­δῶ στὴν Ἀ­με­ρι­κή. «Τη­λε­ό­ρα­ση», εἶ­πα κι ὅ­πως δὲν ἔ­δει­ξε ὅ­τι κα­τα­λά­βαι­νε γιὰ τί πράγ­μα τοῦ μι­λοῦ­σα, δι­όρ­θω­σα: «Τε­λε­βί­ζιον». «Ὢ γκούντ, γκούντ» ἀ­να­φώ­νη­σε κι ἡ μη­χα­νὴ ση­μά­δε­ψε δε­κα­πέν­τε δο­λά­ρια. «Γκοὺντ νά­ιτ» εἶ­πα καὶ μὲ τὴν Πό­πη βγή­κα­με ἔ­ξω στὴν πα­γε­ρὴ νύ­χτα τῆς ἄ­γνω­στης αὐ­τῆς πό­λης, ἐ­νῶ θυ­μό­μου­να τὸν ἄλ­λον Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ πε­ρι­γρά­φεις στὸ δι­ή­γη­μά σου, μὴν μπο­ρών­τας νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι ἔ­γι­νε αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος, ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δὶ «ἐκ­πη­δή­σαν ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μώ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως, ὡς τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­πο­μει­νά­ριον ἀρ­χαί­ας θε­ότη­τος, λι­μναί­ας καὶ ὑ­δρο­βί­ου ἄ­γνω­στον καὶ νο­θο­γε­νές, δι­αι­τώ­με­νον ἐ­κεῖ εἰς τοὺς κα­λα­μώ­νας, δι­α­φυ­γὸν τὴν προ­σο­χὴν τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου, ποὺ ἐρ­ρί­φθη κο­λυμ­βῶν εἰς τὴν λί­μνην καὶ μὲ δέ­κα εἰ­ρε­σί­ας τῶν χει­ρῶν, μὲ ἄλ­λα τό­σα λα­κτί­σμα­τα τῶν πο­δῶν, μὲ τὴν κοι­λί­αν θί­γου­σαν κά­πο­τε εἰς τοὺς βάλ­τους, ἔ­φθα­σεν εἰς τὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χε ἐμ­πλα­κεῖ ἡ βάρ­κα τῆς Πο­λυ­μνί­ας».
Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ σπί­τι του. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι στὴν ἀ­νη­φο­ριά, μὲ θέ­α πά­νω στὴν πα­γω­μέ­νη λί­μνη. Ἔ­χει ὅ­λα τὰ κομ­φόρ: πι­κὰπ καὶ ἔγ­χρω­μη τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἕ­να τρί­πα­το ψυ­γεῖο. Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο κι αὐ­τή, εἶ­ναι ἐγ­γο­νὴ τοῦ μπαρ­μπα-Λού­κα, καὶ τρί­τη ξα­δέλ­φη τῆς Πο­λυ­μνί­ας. Θὰ τὴ θυ­μᾶ­σαι. Τώ­ρα βέ­βαι­α εἶ­ναι μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα, μὲ με­γά­λα λυ­πη­μέ­να μά­τια καὶ μὲ γκρί­ζα μαλ­λιά. Καὶ ζεῖ ὁ­λο­μό­να­χη στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι κα­θὼς τὰ παι­διά της παν­τρεύ­τη­καν, δυ­ὸ κό­ρες κι ἕ­νας γιὸς καὶ ζοῦν σὲ ἄλ­λες πο­λι­τεῖ­ες. Μο­νά­χα ἡ μιὰ κό­ρη τους πῆ­ρε ἕ­να βέ­ρο Ἀ­με­ρι­κά­νο καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν τὴ συγ­χώ­ρε­σε ἀ­κό­μα ὁ Κρίς. Ἡ μά­να ὅ­μως ἔ­χει τὴ φω­το­γρα­φί­α της μὲς στὸ σα­λό­νι. Ἡ ἴ­δια περ­νά­ει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες της βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση, κα­θὼς τὸ κρύ­ο τῆς ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ βγεῖ. «Ξέ­ρε­τε» μᾶς λέ­ει «χι­ο­νί­ζει πο­λὺ ἐ­δῶ στὴν Κα­γι­ούγ­κα». Τὴ ρώ­τη­σα ἂν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω στὸ νη­σί. Ἤ­θε­λε ναί, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ πάν­τα. Ἀ­κό­μα κι ἡ Ἀ­θή­να δὲν τῆς ἄ­ρε­σε. Ἔ­χει ἄλ­λω­στε ἀ­γα­πή­σει τὸ μέ­ρος. «Κι ἔ­χει ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις». Μᾶς πρό­σφε­ρε κυ­δώ­νι γλυ­κὸ καὶ ρα­κὶ ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα.
Καὶ σύ, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, «φι­λο­σο­φεῖς ὡς ἐ­γὼ καὶ οὐ­δὲν πράτ­τεις».


Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67, Τό­μος Β’, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀθήνα, 1989. [Πρώτη δημοσίευση: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὸν Χεί­ρω­να, Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖο τῆς «Ἑστίας», Ἰ.Δ. Κολλάρου, Ἀ­θή­να 1974].

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Η Καμαριέρα Που Δεν Πρόλαβε Να Στρος(ει) Καν

Δε διαβάζω ποτέ κίτρινες φυλλάδες, ούτε μ' αρέσει να παρακολουθώ τη ζωή του ενός και του άλλου από την κλειδαρότρυπα..... Αλλά τα δικά σου ρεζιλίκια, γλυκέ μας Στρος(ε Το Στρώμα Σου Για Δυο) Καν... τα καταχάρηκε όλη η Ελλάδα... Ά μα πια, νισάφι... σε μπουχτίσαμε...........

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

"Όνειρο στο Κύμα": ο Παπαδιαμάντης στο Φεστιβάλ Αθηνών

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ 2011: ΘΕΑΤΡΟ ΣΕ Α΄ΕΝΙΚΟ

Από τις 9 Ιουνίου έως τις 20 Ιουλίου στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2011 οι θεατρόφιλοι θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν σπουδαίους Έλληνες ηθοποιούς να αναμετρώνται στη σκηνή με τον εαυτό τους με έργα Ελλήνων κυρίως συγγραφέων. Γιάννος Περλέγκας, Άγγελος Παπαδημητρίου, Ρούλα Πατεράκη, Σοφία Σειρλή, Χρήστος Στέργιογλου, Φιλαρέτη Κομνηνού, Θανάσης Σαράντος θα ερμηνεύσουν τους μονολόγους.


"Όνειρο στο κύμα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260 (ΧΩΡΟΣ Ε΄) 18-20 ΙΟΥΛΙΟΥ
"Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα...[...] Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων..." (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Όνειρο στο Κύμα)
Θανάσης Σαράντος
Με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο Θανάσης Σαράντος καταπιάνεται με ένα από τα σπουδαιότερα διηγήματα του συγγραφέα, που περιγράφει το γυμνό για πρώτη φορά στην νεοελληνική λογοτεχνία. Η ομάδα αναδεικνύει την γοητεία και την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του έργου του Παπαδιαμάντη, μέσα από τη δραματοποιημένη αφήγηση, τη συνδρομή της κινηματογραφικής εικόνας για το σκηνικό (βιντεοσκοπημένες και ζωντανές προβολές) και τη ζωντανή μουσική (πιάνο και επτά έγχορδα και πνευστά).
Σκηνοθεσία-ερμηνεία: Θανάσης Σαράντος 
Μουσική: Λάμπρος Πηγούνης
 Σκηνικά-κοστούμια: Εύα Μανιδάκη
Κινηματογραφικές προβολές: Θανάσης Σαράντος
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Ζώης
Με την υποστήριξη του Μουσείου «Σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» και του Δήμου Σκιάθου.




Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Ελένης Μπίστικα: Πάθη και Ανάσταση μέσα από τα μάτια των παιδιών


Άγιες μέρες σαν κι αυτές που βιώσαμε, με τα Πάθη του Χριστού που οδηγούν στη Σταύρωση και στο λυτρωτικό θαύμα της Ανάστασής του, όλοι οι κατέχοντες εξουσία βγάζουν διαγγέλματα και μηνύματα αγάπης, ωσάν να’ ναι διαχειριστές της μόνης αρετής που δεν αποκτάται, αλλά χαρίζεται, από όποιον έχει άδολη καρδιά. Μόνον ο Ιησούς δίδαξε την Αγάπη και γι’ αυτό σταυρώθηκε σ’ έναν κόσμο φθόνου, ζήλιας, απληστίας και συμφερόντων. Η Αποκαθήλωση, ο Επιτάφιος θρήνος, ο άφατος πόνος της Παναγίας, τα μύρα των μυροφόρων στον λίθινο τάφο, η άρνηση του Πέτρου «πριν αλέκτορα φωνήσαι», όλα αυτά τα βιώνουμε στη ζωή μας οι άνθρωποι, αρχής γενομένης από τον Αδάμ και την Εύα με απώλεια του Παραδείσου. Ο όφις στριφογυρίζει και φωλιάζει κοντά στο Δένδρο της Γνώσεως και η γυμνότης των Πρωτοπλάστων μεταμορφώνεται σε γύμνια ψυχής στους απογόνους τους, που εφευρίσκουν, πριν από τη φωτιά, την αλληλοεξόντωση…
Κάθε χρόνο τα Πάθη μεταφέρονται στα «καθ’ ημάς» από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όλου του κόσμου. «Εννέα μήνες θα διαρκέσει η πυρηνική κρίση στην Ιαπωνία», ο τίτλος της φοβερής απειλής που δημιούργησε η Φύση, με σεισμό και δολοφονικό παλιρροϊκό κύμα σε συνδυασμό με την ανθρώπινη έλλειψη μνήμης που ανεγείρει πυρηνικά εργοστάσια, σαν να μην υπήρξε η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Και μετά τους εννέα μήνες, τι; Η γέννηση του Τέρατος – οι θάνατοι και οι αρρώστιες από τη ραδιενέργεια σε ευρύτατη ακτίνα, με τον ωκεανό να μεταφέρει την μήνι του Ποσειδώνα… «Ο πόλεμος στη Λιβύη ίσως διαρκέσει πολύ», «Οι λαθρομετανάστες υπεύθυνοι για αρρώστιες μεταδοτικές», καταγγελία Έλληνα καθηγητού σε επίσημο βήμα. Και στα φανάρια, θλιμμένα μάτια, τα χέρια που απλώνονται ζητώντας βοήθεια, με αντάλλαγμα να καθαρίσουν τα τζάμια των πανάκριβων αυτοκινήτων που ίσως ακινητοποιηθούν στο μέλλον από έλλειψη βενζίνης… Σήμερα είναι εκείνοι οι απόβλητοι λόγω πολέμων, αύριο εμείς, τα μέλη της άφρονης κερδοσκόπου κοινωνίας, οι επιπόλαιοι «νυμφίοι» και οι «ληστές» εκατέρωθεν του Σταυρού, που λοιδόρησαν τον Αθώο και μόνον ο ένας μετανόησε και κέρδισε θέση στον Παράδεισο. Χρειάστηκε όμως και αυτός πρώτα να δικασθεί, να τιμωρηθεί και, αντιλαμβανόμενος το κρίμα του, να ζητήσει συγχώρηση. Οι δικοί μας αμετανόητοι όχι μόνον κυκλοφορούν ανενόχλητοι και αλαζόνες, αλλά μερικοί ετοιμάζονται να διεκδικήσουν και δεύτερο… γύρο κλεψιάς και απληστίας. Είμαστε όλοι μας υπόλογοι για το εθνικό και το οικουμενικό μας κατάντημα, είτε αυτό αφορά την οικονομική διεθνή κρίση – το δικό μας κατασκότεινο τούνελ – είτε την οικολογική καταστροφή του πλανήτη Γη. Όλοι κάπου φταίξαμε, κι ας μην «κλέψαμε» μαζί με τους υπεύθυνους του καταρρακωμένου κράτους. Και είμαστε υπόλογοι στα παιδιά και τα εγγόνια μας, που τους αγοράζουμε όλο και πιο «δεύτερες» λαμπάδες για το «Δεύτε λάβετε φως» της λευκής αλλοτινής αναστάσιμης λαμπάδας. Κοιτάξτε πόσο φως χωράει στο βλέμμα τους, πόση εμπιστοσύνη, όταν σκύβουμε για να τους δώσουμε «το φιλί της Αγάπης». Γι’ αυτούς η Ανάσταση είναι γεγονός, όπως είναι και η Άνοιξη, ολόγυρά τους.
Αίμα στάζουν τα ρόδινα ανθάκια του δέντρου όπου κρεμάστηκε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, απαρνούμενος τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας. Σε ποιον Αγρόν του κεραμέως απορρίψαμε εμείς τα σκόπιμα λάθη μας και περιμένουμε να αποκτήσουν ρίζες και ν’ «ανθίσουν» ξανά; Μόνο το παιδικό βλέμμα, της θλίψης, του πόνου, της απορίας και της χαράς, μπορεί να μιλήσει για Αγάπη, που τους την οφείλουμε, φέρνοντάς τα σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο στα μέτρα μας. Σ’ έναν κόσμο που αναμένει την Ανάσταση χωρίς την πίστη του συσταυρωθέντος ληστού «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου». Μόνη μας ελπίδα, εμάς, των ανθρώπων το γένος, το βλέμμα των παιδιών… Εκ του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου (κη΄, Ι, 20), «Και ιδού σεισμός εγένετο μέγας. Άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού προσελθών απεκύλισε τον λίθον από της θύρας και εκάθητο επάνω αυτού. Ην δε η ιδέα αυτού ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών»… Καλή Ανάσταση

Ελένης Μπίστικα, Περιοδικό Κ, αρ.τ. 412 (Εφημ.Καθημερινή, 23-24/4/2011)

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Καλό σου ταξίδι, Νικόλα των τραγουδιών μας.......

Ελεύθερη κινηματογραφική διασκευή του ομότιτλου διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, γυρισμένη στη Νίσυρο. Πρωταγωνιστεί η Όλια Λαζαρίδου.
Τραγούδι τίτλων: "Στιγμές"
Στίχοι: Πολυξένη Βελένη
Μουσική & Ερμηνεία: Νίκος Παπάζογλου

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Σινεμά Ο Παράδεισος

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Βόρειες Σποράδες" το 2008
Κόντευε δέκα: ο ήλιος έκαιγε κιόλα, κι έπιανε ζέστη. Στις αυλές τα τζιτζίκια χαλούσανε τον κόσμο. Κάτι τέτοιες μέρες, όλα τα σπίτια είχανε μπουγάδα: όπου έπεφτε το μάτι σου, έβλεπες σκοινιά με απλωμένα ασπρόρουχα. Και τις πιο πολλές φορές, ανάμεσα στα κάτασπρα σεντόνια, ένα σωρό πιτσιρίκια να τρέχουνε σα κουρδισμένα και να παίζουνε κρυφτό. Καμιά φορά, απάνω στο τρελό παιχνίδι, λυνότανε το σκοινί – και τότε ολόκληρη η μπουγάδα έπεφτε και τα κουκούλωνε, τα σκασμένα…
Ο φούρνος ήτανε πάλι πήχτρα. Εκτός απ’ τα ψωμιά, εκείνες τις μέρες είχανε πληθύνει και τα ταψιά. Είχανε αρχίσει να βγαίνουνε οι ντομάτες και οι πιπεριές, κι όλες οι κυράδες – λες κι ήτανε συνεννοημένες – κάνανε γεμιστά. Ο φούρναρης είχε βαρεθεί να βλέπει να περνάνε απ’ τα χέρια του ταψιά και νταβάδες όλων των λογιών, μικροί – μεγάλοι, άλλοι γεμάτοι και περιποιημένοι, κι άλλοι μισοάδειοι και κακορρίζικοι… Κι όπως ο παπάς, που ξαγόρευε στην εκκλησιά όλο το χρόνο τους αμαρτωλούς, ήξερε πια να ξεχωρίζει απ’ τις κουβέντες τους ανθρώπους, έτσι κι ο Θανάσης, ο φούρναρης, ήξερε να μαντεύει απ’ το ταψί που του φέρνανε ποιο σπίτι έχει απ’ όλα τα καλά, και ποιο το δέρνει η φτώχεια… Και σαν πονετικός που ήτανε, δυο – τρεις φορές δε δίστασε να βγάλει καμιά τροφαντή ντομάτα απ’ τα γεμάτα τα ταψιά των νοικοκυραίων, και να τη χώσει κρυφά στο ταψάκι της χήρας του Αντώνη, ή του γερο – Δημητρού, που έμενε ολομόναχος…
Αυτό, αλήθεια, ο Θανάσης το’ χε ξαγορευτεί στον παπά. Από τη μια, χαιρότανε που είχε βρει ένα τρόπο να βοηθάει τις χήρες, τους γέρους και τα ορφανά, έτσι όμορφα, και χωρίς να τον παίρνουνε χαμπάρι. «Να μην ξέρει η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου…». Αλλά πάλι, αυτό δεν ήτανε κλεψιά;… Ψυχικό με ξένο φαΐ;… Βέβαια, άμα το καλοσκεφτείς, τι πείραζε – μήπως θα πάθει τίποτα το βιος της Ζαφειρίτσας, της καπετάνισσας, ή της δημαρχίνας, άμα της λείψει μια ντομάτα; Ενώ μ’ αυτή τη ντομάτα, ο κακομοίρης ο γερο – Δημητρός βαστιότανε στα πόδια του τρεις μέρες… Απάνω σ’ αυτό το ζήτημα, προβληματίστηκε κι ο παπάς. Ήτανε και κείνο το «ου κλέψεις», που τα μπέρδευε τα πράματα – κι όμως, πάλι, τι χαρά να βλέπεις να τρώει το παιδάκι της χήρας… «Μπελά που μου’ βαλες στο κεφάλι μου, Θανάση!» είπε τέλος ο παπάς. Ο Θανάσης αποφάσισε να μην ξαναμιλήσει πια γι’ αυτό σε κανένανε. Ε, άμα ήτανε να πάει στην κόλαση για δυο ντομάτες, επιτέλους ας πήγαινε, χαλάλι…
Ύστερα, ήτανε και κάτι άλλο που το σκεφτότανε και του ανάπαυε λίγο τη συνείδηση: τι δηλαδή, καλύτερα ήτανε που ο Παντελής – ο φούρναρης του απάνω μαχαλά – είχε το χούι να τσιμπολογάει απ’ τα ταψιά του κόσμου; Αυτό δεν ήτανε δηλαδή κλεψιά;… Αυτός, στο κάτω – κάτω, το’ κανε επειδή συμπονούσε τη φτωχολογιά. Να το’ χει και βάρος από πάνω;… Ενώ ο Παντελής, μάτια μου, δεν άφηνε ταψί που να μην πάρει μεζέ. Κι όχι μονάχα ντομάτες και ζαρζαβατικά, μα και πλούσια φαγιά, κότες και γιουβέτσια και ψάρια. Έλεγε πως δοκίμαζε τάχα το φαΐ στο ψήσιμο – μ’ αυτός έχωνε το πηρούνι του παντού κι έτρωγε τα καλύτερα…
Μονάχα μια φορά την πάτησε ο Παντελής: το βρήκε απ’ τον άντρα της Ζαφειρίτσας, τον καπετάν – Νικολάκη, που ήτανε ο καλύτερος ψαράς και πάντα κουβάλαγε τα καλύτερα ψάρια. Τα ταψιά πηγαίνανε κι ερχόντανε… Στην αρχή, ο καπετάνιος έστελνε τη Ζαφειρίτσα πότε στον ένα φούρνο και πότε στον άλλο «για να τα’ χουμε καλά με όλο τον κόσμο» και «να τρώνε όλοι ψωμί». Όμως γρήγορα κατάλαβε ένα πράμα: όποτε έστελνε ταψί στο φούρνο του Παντελή, πάντα το φαΐ γύριζε λειψό… Πότε έλειπε το σκώτι απ’ το κοτόπουλο, πότε τ’ αυγά απ’ τα μελανούρια, πότε τα σφοντύλια απ’ τους κέφαλους… Ειδικά για τα σφοντύλια χολόσκανε πιο πολύ ο καπετάνιος, που ήτανε ο αγαπημένος του μεζές… Μια, δυο, τρεις, στο τέλος τ’ αποφάσισε ότι δεν πάει άλλο.
«Θα σ’ τόνε βολέψω εγώ, τον κερατά!...» ακούει ξαφνισμένη μια μέρα η Ζαφειρίτσα τον άντρα της, να μπαίνει μπουρινιασμένος στην αυλή, φορτωμένος μια αρμαθιά κέφαλους. Μπαίνει μέσα σα σίφουνας, κάνει πέρα τις γυναίκες, παίρνει το κουζινομάχαιρο, κάθεται μονάχος του και καθαρίζει τα ψάρια. Ύστερα βγάζει ένα - ένα τα σφοντύλια, τα μαζεύει σ’ ένα πιάτο, ανοίγει τις κοιλιές των ψαριών και χώνει μέσα κομμάτια φελλό!
Λαχτάρησε η Ζαφειρίτσα:
-Τι κάνεις, χριστιανέ μου, ζουρλάθηκες;
-Γυναίκα, άσ’ τα αυτά τώρα και φέρε το ταψί, απαντάει αυτός. Το ταψί, γρήγορα!
Τι να κάνει κι η Ζαφειρίτσα, τον ήξερε που ήτανε κεφάλι αγύριστο, κι άμα έβαζε κάτι με το νου του, έπρεπε να το κάνει, αλλιώς δεν ησύχαζε. Φέρνει το λοιπόν ένα ταψί, βάζουνε μέσα τους κέφαλους, τους αλατίζουνε, τους παστρεύουνε, και στο τέλος τους παίρνει ο καπετάνιος και δρόμο για το φούρνο του Παντελή.
Ο Παντελής παραξενεύτηκε που είδε τον καπετάν – Νικολάκη να’ ρχεται με το ταψί, αλλά δεν πήγε ο νους του στο κακό. Πήρε μονάχα το ταψί, είδε τους κέφαλους και ξερογλύφτηκε. Έβαλε το ταψί στο φούρνο μαζί με τ’ άλλα, και μόλις ροδίσανε τα ψάρια και τα γύρισε, πήρε την πηρούνα κι ετοιμάστηκε να πάρει μεζέ…
Τι μεζέ, που αντί για τα σφοντύλια που λιγουρευότανε, βρίσκει μέσα κάτι κομμάτες φελλό, που κοντέψανε να του κάτσουνε στο λαιμό και να τα κακαρώσει… Γιατί βλέπεις, λιχούδης καθώς ήτανε, έπιασε κι έχωσε όλες τις κομμάτες μαζί στο στόμα του… «Γκούχ!... Γκούχ!...». Τρομάξανε οι γυναίκες. «Σε καλό σου, Παντελή!...».
Πού να το πει ο Παντελής το πάθημά του; Λέξη δεν είπε σε κανένα από ντροπή. Κι όταν μεσημέριασε, κι άρχισε ο κόσμος να έρχεται, να πάρει ο καθένας το ταψί του, έρχεται κι ο καπετάνιος κουνιστός και λυγιστός. Ο Παντελής, μόλις τον είδε, μούτρωσε. Να δεις, αυτός θα του την είχε καμωμένη τη δουλειά… Μπαίνει το λοιπόν ο καπετάνιος γελαστός στο φούρνο, καλησπερίζει τις γειτόνισσες, και τέλος πλησιάζει τον Παντελή.
-Παντελάκη, τι χαμπάρια;
-Έτοιμα τα ψάρια, καπετάνιο, μουρμουρίζει ο Παντελής περίλυπος.
Ο καπετάνιος χαχάνισε, και χτύπησε τον Παντελή στον ώμο.
-Καλά τα σφοντύλια, Παντελή;
Ωχ, και δεν ανοίγεις γη, να με καταπιείς… Όλοι λέγανε πως ήτανε μεγάλο πειραχτήρι ο καπετάνιος, μα άλλο να τ’ ακούς, κι άλλο να τα λούζεσαι… Έκανε κάμποσο καιρό ο Παντελής να εμφανιστεί σε καφενέ – χώρια το κάζο που έπαθε, που το μισό σόι της Ζαφειρίτσας σταμάτησε να’ ρχεται στο φούρνο του… Ακριβά τα πλήρωνε ο φουκαράς, πεντ’ έξι παλιοσφοντύλια…
Σήμερα, στον άλλο φούρνο – του Θανάση – είχε καινούργιο πανηγύρι. Η νεολαία που ήτανε μαζεμένη μέσα, και περίμενε στην αράδα – άλλος για ψωμί, άλλος με ταψί στα χέρια – είδανε να’ ρχεται από μακριά ο Φάνης. Ετούτος ήτανε λιγάκι μουρλούτσικος, αλλά τον κάνανε μεγάλο χάζι. Ένας Θεός ξέρει πώς του’ χε καρφωθεί μέσα στο κεφάλι του ότι ένας μεγάλος άρχοντας – ο Εμπειρίκος, έτσι τον λέγανε τάχα – είχε λέει έναν πύργο στο νησί, που’ τανε χτισμένος σ’ ένα μυστικό μέρος, και μονάχα αυτός το’ ξερε… Κι από πάνω, αυτός ο άρχοντας είχε λέει και μια κόρη, όμορφη και μπιρμπιλομάτα, κι ήτανε λέει ερωτοχτυπημένη ελόγου της με το Φάνη, κι ήθελε να τον χωρίσει απ’ τη γυναίκα του και να τον παντρευτεί…
Οι πιτσιρικάδες, μόλις είδανε το Φάνη, παρατήσανε καρβέλια και ταψιά και στήσανε στα γρήγορα ολόκληρη παράσταση. Πήγανε μάνι μάνι και βρήκανε μια κουβαρίστρα. Ένας απ’ αυτούς σκαρφάλωσε κι ανέβηκε στο πατάρι του φούρνου, και μισοκρύφτηκε πίσω απ’ τα σανίδια – ενώ οι άλλοι του δώσανε να βαστάει την άκρη του σπάγκου. Κι ύστερα, τρέξανε έξω να φωνάξουνε το Φάνη…
-Φάνη, Φάνη, τρέχα!... Έλα στο φούρνο!
-Τι είναι, μωρέ;
-Ο πύργος του Εμπειρίκου! Σε ζητάνε!
-Η πριγκιπέσσα!
-Εσένα θέλει!
-Φέρτε μου το Φάνη, λέει! Τον αντρούλη μου!
Ο Φάνης, ήτανε που ήτανε, τώρα τα’ χασε ολότελα.
-Πού’ ν’ τηνε, μωρέ;… Μες στο φούρνο;
-Όχι, σε θέλει στο τηλέφωνο!
-Σε ποιο;
-Στο τηλέφωνο! Έβαλε ο Θανάσης τηλέφωνο, δεν τα’ μαθες; Μες στο φούρνο!
Ο φουκαράς ο Φάνης δε σκέφτηκε ότι το μοναδικό τηλέφωνο που βρισκότανε σ’ όλο το νησί ήτανε αυτό μέσα στο τηλεγραφείο. Ήτανε όμως αγαθιάρης, κι ό, τι και να του λέγανε, το πίστευε.
Οι μικροί οι βελζεβούληδες παίρνουνε το Φάνη απ’ το χέρι, που’ χε μείνει χάσκοντας, και τον σέρνουνε μέχρι το φούρνο.
Όλοι, άντρες και γυναίκες, που περιμένανε τη σειρά τους μες στο φούρνο, άλλο που δε θέλανε. Σταθήκανε να κάνουν χάζι… Ο Θανάσης πάλι τα’ βλεπε αυτά κι έτριζε δόντια – πού να τα βάλει όμως αυτός μονάχος του με τόσους διαόλους…
Τον παίρνουνε το λοιπόν το φουκαρά και του δίνουνε να κρατάει την κουβαρίστρα.
-Έλα, να, αυτό ειν’ το τηλέφωνο. Βάλτο αυτό στο στόμα σου, και μίλα…
Ο Φάνης έμεινε να κοιτάει την κουβαρίστρα σαν το πράμα.
Ξαφνικά, απ’ τα σανίδια του παταριού, ακούγεται μια ψιλή φωνή.
-Φάνη!... Φάνη, αγάπη μου!
Ο κακομοίρης ο Φάνης σκιάχτηκε.
-Αρή!... Εσύ είσαι;
-Εγώ είμαι, Φάνη!...
-Και πού είσαι;
-Στον πύργο είμαι, Φάνη!
Να πέσουνε όλοι χάμω και να δέρνονται απ’ τα γέλια. Και μοναχά ο Φάνης να μην παίρνει πρέφα…
-Φάνη!... Φάνη, αγάπη μου!
-Τι είναι, αρή;
-Μ’ αγαπάς, Φάνη;
-Σκασμός, αρή, μας ακούνε!
-Φάνη!... Πού είναι η γυναίκα σου;
-Πάει να βάλει μπουγάδα!
-Άκου, Φάνη!... Θα της πάρεις καινούργιες παντόφλες! Ακούς;
-Καλά!
-Και ύφασμα να της πάρεις, να κάνει φόρεμα! Εντάξει, Φάνη;
-Καλά!
-Θα της τα πάρεις, αλλιώς θα θυμώσω!...
-Καλά, μωρή!
-Άντε, Φάνη, φύγε τώρα!
-Καλά…
-Φύγε, Φάνη, να πας στη γυναίκα σου!
-Καλά, μωρή!
-Φάνη, φύγε, θα σε κατουρήσω!...
Ξαφνικά, χοντρές στάλες άρχισαν να ραντίζουν το Φάνη από ψηλά. Ο βελζεβούλης, είχε πάρει μαζί του στο πατάρι και μια κανάτα νερό…
Ο Φάνης αλαφιάστηκε.
-Τι κάνεις, μωρή τρελοκαμπέρω; Θες να μαγαρίσεις τα ψωμιά του κόσμου;…
Θες ο Θανάσης, που ήτανε μαλακός και δεν έδερνε, θες ο φουκαράς ο Φάνης, που ήτανε σαν το πρόβατο, θες ο κόσμος, που λαχταρούσε να δει λιγάκι θέαμα, να ξεσκάσει, η πιτσιρικαρία μια φορά έβγαινε πάντα στο τέλος λάδι. Κι ας έκανε στον κόσμο μεγάλες λαχτάρες… Κανένας δεν τους έδερνε πολύ – εκτός από καναδυό γειτόνισσες, κάτι καρδαμωμένες γυναικάρες που βγαίνανε με τη σκούπα, ή με το φουρνόξυλο, και πού σε πονεί και πού σε σφάζει… Κάτι τέτοιες, ήτανε χειρότερες από χωροφύλακες. Βαρούσανε στο ψαχνό… Μα ήτανε μονάχα δυο – τρεις, οι μικροί τις ξέρανε και τις αποφεύγανε.
Τώρα τελευταία, το πιο συνηθισμένο θύμα της συμμορίας ήτανε ο κυρ – Μιχάλης. Αυτός ήτανε έμπορας στα νιάτα του, κι είχε κάνει λεφτά κλέβοντας στο ζύγι… Τσιγκούναρος και σφιχτοχέρης, όσο δεν πάει άλλο, δεν έδινε βερεσέ ούτε της μάνας του… Κάτι τέτοιους τους γράφανε οι πιτσιρικάδες στα μαύρα κατάστιχα – και δεν τους αφήνανε σε χλωρό κλαρί. Πρώτος πρώτος στο κατάστιχο λοιπόν κι ο κυρ – Μιχάλης… Τώρα, ειδικά, ακόμα πιο πολύ, μια κι αποφάσισε – πρώτος αυτός – να φέρει στο νησί «κινηματόγραφο». Σαν οβίδα έσκασε τότε η είδηση: θα’ ρθεί στο νησί σινεμά!... Ο πρώτος ενθουσιασμός όμως κρύωνε αμέσως, μόλις γινότανε γνωστό το ποιος θα ήτανε ο αιθουσάρχης… Κι η πιτσιρικαρία, που έλπιζε σε βερεσέδες, καλοπιάσματα και προσωπικά χατήρια, απογοητεύτηκε…
Και πράγματι: ο κυρ – Μιχάλης, αφού νοίκιασε για ψίχουλα μια μεγάλη μάντρα, στη μέση του μαχαλά, έστησε το πανί, έφερε τις μηχανές και τα χρειαζούμενα, έγινε στο τέλος ο ίδιος αιθουσάρχης, μηχανικός προβολής και – φυσικά – ταμίας…
Ένα πενηνταράκι το εισιτήριο – κι αλλοίμονό σου άμα σου’ λειπε έστω και μονόλεπτο. Ο κυρ – Μιχάλης στεκότανε στην είσοδο, σαν τον Κέρβερο – εκείνο το μαντρόσκυλο με τα τρία κεφάλια, που λέγανε πως φύλαγε τον Άδη – κι ήτανε έτοιμος να σου δαγκώσει το χέρι.
Οι μικροί, που ξέρανε το χούι του, τον κάνανε Τούρκο.
-Κυρ – Μιχάλη, έχω σαράντα… Να μπω;
-Πενήντα!... μούγκριζε εκείνος.
Άλλος διάολος:
-Κυρ – Μιχάλη, έχω σαρανταπέντε… Να μπω;
-Πενήντα!
Και δώστου να σπρώχνεται ο κόσμος να δει τη Βουγιουκλάκη, και δώστου τα σκασμένα να τον τραβολογάνε:
-Κυρ – Μιχάλη, έχω σαρανταεφτά! Να μπω;
Ε, καμιά φορά δεν πήγαινε άλλο. Στο τέλος άρπαζε σκουπόξυλο:
-Βρε, άντε στα τσακίδια!... Δαιμόνοι!...
Ένα πράμα δεν πρόσεξε στην αρχή ο κυρ – Μιχάλης: τα σπίτια, που καμαρώνανε όμορφα όμορφα, δίπατα τα πιο πολλά, γύρω απ’ τη μάντρα. Γρήγορα οι πονηρές οι γειτόνισσες ανακαλύψανε πως, όταν νύχτωνε κι άρχιζε η προβολή, η οθόνη φαινότανε μια χαρά κι απ’ το χαγιάτι – κι έτσι γλυτώνανε και το πενηνταράκι. Κι έτσι κοντά κοντά όπως ήτανε στη μάντρα, ακουγότανε κι όλας μια χαρά…
Ο κυρ – Μιχάλης τίποτα δεν είχε πάρει μυρωδιά. Ώσπου ένα βράδυ, αφού πούλησε όλα τα εισιτήρια, κι αφού έδειρε καλά καλά με το σκουπόξυλο δυο τρία παλιόπαιδα, που του κάνανε το κεφάλι καζάνι, εκεί που άρχιζε η προβολή, κάνει έτσι, και τι να δει… Στο μπαλκόνι της θεια – Ζωίτσας, που ήτανε κατάφατσα στη μάντρα, να’ ναι μαζεμένο όλο της το σόι, και να βλέπει ταινία τζάμπα! Χώρια αυτοί που χαζεύανε απ’ τα γύρω παράθυρα…
Κόλπος κόντεψε να του’ ρθει του κυρ – Μιχάλη. Εδώ είπαμε να φέρουμε στο νησί κινηματόγραφο, που πα να πει πρόοδο, πολιτισμό, και να βγάλουμε και μεις το κατιτίς μας, που λέει ο λόγος – και τούτες εδώ οι καρακάξες να θέλουνε να με καταστρέψουνε; Κι άμα το μάθουνε και στους άλλους μαχαλάδες, θα μου’ ρχονται όλοι φρέσκοι φρέσκοι να σώνουν να μαζεύονται στο χαγιάτι της; Κι αντίς να το κόβω γω το εισιτήριο, να τα μαζώνει η κυρα – Ζωίτσα;
Τέρμα τα δίφραγκα: εκείνο το βράδυ, την πληρώσανε αυτοί που’ χανε κόψει κανονικά το εισιτήριό τους. Η προβολή αναβλήθηκε «για τεχνικούς λόγους»… Φυσικά, ούτε λόγος για να πάρουνε πίσω την αξία του εισιτηρίου… Σου λέει «μπήκες με το πενηνταράκι σου, είδες είκοσι λεπτά ταινία, γιόμισες τον τόπο πασατέμπο και θες και ρέστα από πάνω;» Θέλοντας και μη, οι θεατές μείνανε κείνο το βράδυ στα κρύα του λουτρού…
Την άλλη μέρα, ο κυρ – Μιχάλης έβαλε μπρος τα μεγάλα μέσα: πήγε και πήρε ένα θεόρατο καραβόπανο, και το’ δεσε γύρω – γύρω στη μάντρα, για να κρύψει απ’ τα αχόρταγα μάτια της γειτονιάς το πολυπόθητο θέαμα, που αυτή γύρευε σώνει και καλά ν’ απολαμβάνει τζάμπα. «Θα σας φτιάξω εγώ καλά ούλες, χαμένες!...» μουρμούριζε καθώς έδενε το καραβόπανο.
Πράγματι, το καραβόπανο έκρυψε τελείως την οθόνη. Η γειτονιά στην αρχή απογοητεύτηκε. «Βρε τον αθεόφοβο, βρε το σπαγγοραμμένο, ούτε τ’ αγγέλου του νερό…» μουρμουρίζανε οι γριές, που ακόμα είχανε νωπή στο μυαλό τους την εικόνα της Βουγιουκλάκη, να λέει εκείνο το «τσα – τσα – τσα» - το’ χανε μάθει και το τραγουδούσανε μέχρι και τα παιδιά στο σχολείο. Για κείνες, τις «παλιές», το σινεμά ήτανε έτσι κι αλλιώς χώρος απαγορευμένος – όπως ήτανε και τα παραλιακά καφενεία και οι ταβέρνες, που συχνάζανε «οι άντρες». Εκείνο το χαγιάτι της Ζωίτσας ήτανε το μοναδικό παράθυρο προς τον έξω κόσμο – αυτόν που βλέπανε στην οθόνη του σινεμά. Τώρα που τη μπούλωσε με το καραβόπανο ο κυρ – Μιχάλης, πάει…
Χωρίς να το θέλουνε, όμως, με τα παράπονά τους του φέρανε τέτοια γρουσουζιά του κυρ – Μιχάλη, που ούτε και το καραβόπανο άντεξε για παραπάνω από μια βραδιά… Μόλις νύχτωσε κι άρχισε η προβολή, να πιάσει τέτοιος δαιμονισμένος αέρας, ένα παλαβό μελτέμι, που το πήγαινε πέρα δώθε το πανί σα παπαφίγκο. Και δώστου να βροντοκοπανάει στο ντουβάρι σα λυσσασμένο… «μπα – πα – πα – πα – πα…». Έκανε τέτοιο σαματά, που σκέπαζε τελείως τα μεγάφωνα. Οι θεατές, που δε μπορούσανε ν’ ακούσουνε τίποτα απ’ την ταινία, σηκωθήκανε αγριεμένοι να φύγουνε. Και το χειρότερο, τώρα ζητάγανε πίσω και το εισιτήριο… Άντε να τους το αρνηθεί για δεύτερη φορά…
Τι να κάνει, έσπαγε το κεφάλι του ο κυρ – Μιχάλης να δει πώς θα το χειριστεί το ζήτημα. Ένας – δυο τον συμβουλέψανε να χτίσει εξ αρχής ένα μεγάλο, κλειστό σινεμά, να μπορεί να κάνει τη δουλειά του σαν άνθρωπος. Ούτε να τ’ ακούσει: «Τι λέτε, βρε, τρελαθήκατε;». Λεφτά δεν είχε για πέταμα… Άλλος του πρότεινε να ψηλώσει τη μάντρα, προσφέρθηκε μάλιστα να αναλάβει αυτός τη δουλειά. Του τα χάλαγε όμως στην τιμή… «Πόσα;…». Μα τι θαρρούσε ο κόσμος, πως είχε ελόγου του κανένα σακί λίρες, και μπορούσε να ξοδεύει έτσι στο βρόντο;… Πάντως, κάτι έπρεπε να γίνει – πιο πολύ στο πείσμα της κυρα – Ζωίτσας, που τόλμησε να του κάνει αντίπραξη.
Η τσιγκουνιά του, αλλά κι η ανάγκη, τον οδηγήσανε στη μέση λύση. Πήρε κάμποσα τούβλα, όχι τα απαραίτητα για να χτίσει κανονικά και να ψηλώσει τη μάντρα, όσο χρειαζότανε – αρκετά όμως για να τα βάλει, έτσι πρόχειρα, το’ να πάνω στ’ άλλο – ακριβώς όπως χτίζουνε σπιτάκια τα πιτσιρίκια στο γιαλό με τις πέτρες – μόνο και μόνο για να κρύψει την οθόνη απ’ τα μάτια της γειτονιάς. Και για να περιορίσει τα έξοδα στο ελάχιστο, τα τούβλα δεν τα’ χτισε τουλάχιστον κάπως πυκνά, παρά τα έστησε πρόχειρα, αφήνοντας μεγάλα κενά ανάμεσα – έτσι, πρόχειρα, χωρίς ούτε λάσπη, ούτε σοβά…
Στην αρχή, φάνηκε πως σώθηκε η κατάσταση: πρώτα – πρώτα, σταματήσανε οι συνωστισμοί στα γύρω μπαλκόνια, που ήτανε άλλοτε καθημερινό φαινόμενο, την καθορισμένη ώρα που άρχιζε η προβολή… Κι ύστερα, ο κόσμος άρχιζε σιγά – σιγά να το συνηθίζει. Μόλις πέρασε η πρώτη εντύπωση, μετά μέρα με τη μέρα έγινε κι ο «σινεμάς» κάτι το καθημερινό και συνηθισμένο, μια διασκέδαση ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη. Μονάχα οι καημένες οι γριές – που για μια στιγμή νομίσανε ότι ήρθε κάτι καινούργιο, να προσθέσει λίγη ποικιλία στη ζωή τους – αναγκαστικά αποτραβηχτήκανε και πάλι στη σιωπή του σπιτιού…
Εκείνοι όμως που δεν είχανε σκοπό να το βάλουνε έτσι εύκολα κάτω, ήτανε φυσικά ο μόνιμος εχθρός του κυρ – Μιχάλη: η πιτσιρικαρία… Αυτοί παρακολουθούσανε στενά τις κινήσεις του, κι ανάλογα καταστρώνανε στρατηγικά σχέδια αντεπίθεσης. Όσοι είχανε λίγο χαρτζηλίκι – ό, τι περίσσευε στους κουμπαράδες από τα κάλαντα ή από φιλέματα – και μπορούσανε να εξασφαλίσουν το απαραίτητο πενηνταράκι, αυτοί ήτανε εκτός σχεδίου. Οι υπόλοιποι – που ήτανε και οι πιο πολλοί – έπρεπε να σκαρφίζονται διάφορες πονηριές για να μπορούν να βλέπουνε σινεμά τζάμπα.
Στην αρχή, τα πράματα ήτανε εύκολα: δεν είχανε παρά να καλοπιάνουνε με διάφορα μικροθελήματα τις γειτόνισσες, κι ύστερα – αντί για άλλο φίλεμα – μπορούσανε ελεύθερα να στριμωχτούνε μαζί με τους άλλους στο χαγιάτι ή στο παράθυρο, να χαζέψουνε από μακριά την ταινία που έπαιζε. Η εποχή αυτή της ευτυχίας κράτησε ωσότου ο γερο – τράγος άπλωσε εκείνο το καταραμένο πανί – που κι αυτό όμως, λες κι η θεία δίκη ήτανε με το μέρος τους, αποδείχτηκε εντελώς άχρηστο: έφυγε κι αυτό με το ίδιο εισιτήριο, ντροπιασμένο σα τούρκικη παντιέρα, μέσα σε αλαλαγμούς χαράς και θριάμβου…
Να όμως τώρα που ο τσιφούταρος μηχανεύτηκε άλλο τρόπο να μπουλώσει την οθόνη – και μαζί μ’ αυτήν το παράθυρο που ξάνοιξε απότομα μπροστά στα μάτια τους ένα κόσμο, που ούτε τον είχανε ονειρευτεί… Ξαφνικά ένα πρωί, βλέπουνε τη μάντρα να’ χει ψηλώσει, μέσα σε μια νύχτα, και να’ χει γίνει άλλη τόση – σαν τον «πύργο του Εμπειρίκου», που’ λεγε κι ο Φάνης… Πάγωσε το αίμα τους στην αρχή. Τώρα;…
Η απώλεια ήτανε τεράστια, έπρεπε πάση θυσία να βρούνε ένα τρόπο να εκδικηθούνε το γερο – τσιγκούναρο που τολμούσε να τους κάνει τέτοιο πράμα. Ένας, που είχε ξάδερφο στην πόλη, τους είχε πει ότι εκεί πέρα τα παιδιά κάνανε κάτι πιο τολμηρό: πήγανε και βρήκανε μια στρογγυλή σφραγίδα, σαν και κείνη που’ χε ο ταμίας του σινεμά και σφράγιζε τα εισιτήρια. Η σφραγίδα τους βέβαια ήτανε άχρηστη, από’ να τυπογραφείο – όμως εκείνοι βρήκανε τον τρόπο να σφραγίζουνε τα χαρτάκια στρίβοντάς τη, έτσι που στο τέλος δε φαινότανε τίποτα – και με τούτα τα τζούφια εισιτήρια μπορούσανε μια χαρά να ξεγελάσουνε τον ταμία και να μπαίνουνε σαν κύριοι στο σινεμά… Μα άντε τρέχα γύρευε, πού να βρεις τέτοια σφραγίδα εδώ πέρα – τέτοιες υπήρχανε μονάχα στο δημαρχείο, στο ταχυδρομείο και στο ειρηνοδικείο. Άντε μπες και κλέψε καμιά άμα έχεις κότσια…
Ρίχνοντας όμως μια πιο προσεχτική ματιά στην ψηλωμένη μάντρα, προσέξανε την αραιή κατασκευή της. Η τσιγκουνιά του κυρ – Μιχάλη είχε σαν αποτέλεσμα να υψωθεί ολόγυρα ένας ψηλός τοίχος, που όμως στην πραγματικότητα ήτανε αραιός, γιομάτος τρύπες… Ό, τι έπρεπε. Αυτό τους άνοιγε άλλο δρόμο, που ούτε τον είχανε φανταστεί στην αρχή: τώρα μπορούσανε να σκαρφαλώσουνε πάνω στη μάντρα… Με άνεση, αφού θα μπορούσανε να πατάνε με χέρια και με πόδια πάνω στα κενά, που έχασκαν ανάμεσα στα τούβλα, αθέατοι απ’ έξω – μια και θα’ τανε σκοτάδι, την ώρα της προβολής – προπαντός, όμως, αθέατοι κι από μέσα, μια κι ο κυρ – Μιχάλης εκείνη την ώρα αναγκαστικά θα’ τανε μέσα στο σινεμά, παίζοντας αυτή τη φορά το ρόλο του μηχανικού προβολής… Κι έτσι, θα μπορούσανε να πάρουνε μια χαρά το αίμα τους πίσω, απ’ το γερο – τσιφούταρο, που τόλμησε να τους πετάξει έξω απ’ το σινεμά…
Βράδυ: ένα μπουλούκι κόσμος μαζεμένος από νωρίς και πάλι έξω απ’ τη μάντρα. Όλοι σενιαρισμένοι, ξουρισμένοι, καθαροί – οι γυναίκες περιποιημένες, καμαρωτές, οι πιο τολμηρές με λιγάκι κοκκινάδι – με γυαλισμένα παπούτσια και με το πενηνταράκι στο χέρι. Και στη μέση ο κυρ – Μιχάλης, φουριόζος και φωνακλάς, να σφραγίζει και να κόβει τα εισιτήρια – κι η χαρά φούσκωνε μέσα του, κάθε φορά που συλλογιζότανε τη φρεσκοχτισμένη μάντρα του και το κάζο που’ παθε κείνη η πονηρή η γειτόνισσα, η κυρα – Ζωίτσα…
Άρχισε η προβολή. Σκοτάδι στην αρχή, ησυχία, και ξαφνικά τα μεγάφωνα αρχίσανε μια ζωηρή, κεφάτη μουσική. Πέσανε τα γράμματα. Κι ύστερα, βγαίνει ξαφνικά ένας φαλακρός, θεοπάλαβος, που τους έκανε να ξεκαρδιστούν με το που τον είδανε….
Όλοι, με καρφωμένα τα μάτια στην οθόνη, χαζεύανε με μισάνοιχτο στόμα τις ασπρόμαυρες φιγούρες, που σαλεύανε πάνω στο τεντωμένο πανί. Κάθε τόσο τρανταζόντανε από τα γέλια: οι πιο πολλοί βλέπανε για πρώτη φορά το Βέγγο. Τον παρακολουθούσανε σαν υπνωτισμένοι να τρέχει δώθε – πέρα, να πέφτει, να σηκώνεται και να βρίσκει κάθε τόσο το μπελά του. Κοντεύανε να πέσουνε απ’ τις καρέκλες τους…
Τι ήτανε αυτό;… Σεισμός; Καταποντισμός; Δευτέρα Παρουσία;… Στα καλά καθούμενα, θαρρείς κι άνοιξε η γη… Την ευχάριστη ατμόσφαιρα έσκισε ξαφνικά στα δύο ένα «βρρρρρρρ…» - μια βροντή κι ένα κακό, που λες και γκρεμιζότανε το όρος Αραράτ… Σηκώθηκε σκόνη. Ο κόσμος λαχτάρησε. Πεταχτήκανε όλοι απάνω με γουρλωμένα μάτια, μη ξέροντας από πού τους ήρθε.
-Το ντουβάρι! Έπεσε το ντουβάρι!...
Αμέσως, γυρίσανε όλοι προς τα κει: στη μέση ακριβώς της φρεσκοχτισμένης μάντρας έχασκε μια φοβερή τρύπα, ένα χάραυλο σαν και κείνο που χάσκει απάνω στην Ακρόπολη, στον Παρθενώνα, που’ ναι όλες οι κολόνες μισογκρεμισμένες από τη μια πάντα.
Τρέξανε όλοι έξω: ανάμεσα στα χώματα και στα πεσμένα τούβλα, ανάσκελα και μπρούμυτα, με την ψυχή στα δόντια, δυο – τρεις μοσχόμαγκες της γειτονιάς – οι πιο θερμόαιμοι πολέμιοι του κυρ – Μιχάλη, αυτοί που τρώγανε τις πιο πολλές σκουποξυλιές – λαχταρισμένοι και πνιγμένοι στη σκόνη, με γδαρσίματα και στουμπίσματα εδώ εκεί.
-Άπαπα, Παναϊά μ’, το παιδί!...
Πεντ’ έξι γυναίκες τρέξανε να περιθάλψουνε τους μικρούς τραυματίες. Οι άντρες δεν ξέρανε πώς να φερθούνε: να βγάλουνε λουρί, να δώσουνε δυο – τρεις παραδειγματικές για την αποκοτιά, ή να πούνε δόξα τω Θεώ που δεν τσακίστηκε κανένα απ’ τα «τρικλοζ’ γούρια», να το κλαίει η μάνα του…
Ως και δω θριάμβευε η τσιγκουνιά του κυρ – Μιχάλη… Που «δεν έσωσε να βάλει κάνιο λιγάκι τσιμεντάκ’», να γίνει ένα κανονικό ντουβάρι… Την πληρώσανε οι πιτσιρίκοι, με μια βδομάδα αναγκαστικό «κατ’ οίκον περιορισμό», ώσπου να γιάνουν τα χτυπήματα – αλλά προπάντων ο ίδιος ο κυρ – Μιχάλης, αφού τώρα ο κόσμος φοβότανε να μπει σε σινεμά που τα ντουβάρια του γκρεμίζονται σα να’ ναι από ζάχαρη… Ύστερα απ’ αυτό, άρχισε πια να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να χτίσει μια κανονική αίθουσα σ’ ένα απ’ τα αμέτρητα οικόπεδά του.
Κι έτσι κι έγινε… Πέρασε καιρός. Τώρα, την «κινηματογραφική επιχείρηση» αναλάμβανε ο γιος… Ο καινούργιος «σινεμάς» έμπαινε πια στα σκαριά. Η παλιά μάντρα εγκαταλείφθηκε – το αραιοχτισμένο ντουβάρι, με το γκρέμισμα εκείνο στη μέση, έμεινε να χάσκει έτσι κάμποσον καιρό. Μες στη μέση – εκεί που ήτανε άλλοτε η «αίθουσα» - φύτρωσε και θέριεψε γρήγορα ένας ψηλός ορνός. Η γειτονιά πήρε πάλι την ίδια παλιά, ήσυχη όψη – τώρα πια αλλού μαζευότανε ο κόσμος τα βράδια του καλοκαιριού. Οι πρώτες προβολές, το πανί, το γκρέμισμα, γρήγορα ξεχαστήκανε. Οι παλιές γρατζουνιές είχανε κλείσει πια προ πολλού, οι μοσχόμαγκες είχανε γίνει πια παλληκαράκια. Μα είναι και κάτι άλλες γρατζουνιές, που δεν κλείνουνε ποτέ – και πονάνε χρόνια, πανάθεμά τες… Ίδιες κι απαράλλαχτες σαν και κείνο το γκρέμισμα, στη μέση της κακοχτισμένης μάντρας…

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Ταξίδι στη γειτονιά των αγγέλων


Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε το 1922. Το 1934 λόγω οικονομικών προβλημάτων οι γονείς του, με τα εννέα τους παιδιά μετοίκησαν στην Αθήνα. Τα προβλήματα όμως της οικογένειας αντί να λυθούν αυξήθηκαν. Έτσι ο Ιάκωβος αναγκάστηκε να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει σε μια νυχτερινή Τεχνική Σχολή. Τη δίψα του για μόρφωση, την κάλυψε νοικιάζοντας μεταχειρισμένα βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Στα δεκαοχτώ του χρόνια ήταν ήδη γνώστης μεγάλου μέρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Το 1942 σε μιαν απόπειρα απόδρασης από την Ελλάδα, συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο και μεταφέρεται στο Ες - Ες Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως Μαουτχάουζεν, στην Αυστρία. Μένει κρατούμενος μέχρι 5-5-1945. Δηλαδή είναι ένας από τους λίγους, επιλήσαντες.
Όταν επιστρέφει στην Αθήνα μια παράσταση στο ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ τον συναρπάζει και αρχίζει να μελετά θέατρο.
Το 1950 παρουσιάζεται το πρώτο του έργο και το χειμώνα 2000-2001 το τριακοστό του.
Για την προσφορά του επί μισόν αιώνα στο νεοελληνικό θέατρο του έχουν απονεμηθεί οι τίτλοι:
- Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου
- Επίτιμος Διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
- Επίτιμος Διδάκτωρ της Θεατρολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
- Εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
- Και επίσης, έχει τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ


ΘΕΑΤΡΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ

ΤΟΜΟΣ Α΄ - Η έβδομη μέρα της δημιουργίας σελ. 310.
- Η αυλή των Θαυμάτων
1978 - Η ηλικία της νύχτας
ISBN 960-04-0240-Χ
set960-04-0152-7

TOMOΣ Β΄ - Το παραμύθι χωρίς όνομα
σελ. 350 - Βίβα Ασπασία
1996 - Οδυσσέα γύρισε σπίτι
ISBN 960-04-0861-0
Set 960-04-0152-7

ΤΟΜΟΣ Γ' - Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα
σελ. 324 - Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού
1981 - Ο μπαμπάς ο πόλεμος
ISBN 960-04-0866-1
set 960-04-0152-7

TOMOΣ Δ΄ - Η Οδός
σελ. 234 - Αυτός και το πανταλόνι του
1989 - Ο αόρατος θίασος
- O γορίλλας και η ορτανσία
ISBN 960-04-0153-5
set 960-04-0152-7

TOMOΣ Ε΄ - Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια
σελ. 223 -O δρόμος περνά από μέσα
1991 - Ο επικήδειος
ISΒΝ 960-04-0541-7
Set 960-04-0152-7

ΤΟΜΟΣ ΣΤ - Γράμμα στον Ορέστη
-Ο Δείπνος
σελ. 240 - Πάροδος Θηβών
1994 -Στη χώρα Ίψεν
- Ο διάλογος
-Ποιος ήταν ο Κύριος;
- Ο κανείς και οι κύκλωπες
ΙSBN 960-04-0663-4
set 960-04-0152-7

TOMOΣ Ζ΄ - Μια συνάντηση κάπου αλλού
σελ. 371 -Η τελευταία πράξη
1998 -Μια κωμωδία
ISΒΝ 960-04-1379-7
set 960-04-0152-7

-Mαουτχάουζεν (χρονικό από την εμπειρία του Ι.Κ. στο ομώνυμο Ες -Ες στρατόπεδο συγκεντρώσεως (1942-1945)
σελ. 355
1999
ISBN 960-04-0112-8


Μεταφράσεις


In Romanian:

Curtea minunilor: piesa in patru parti.[tr. by]: Polixenia Karambi. Bucuresti, [s.n.], 1967. 86pp.

In English:

Mathausen [tr.by]: Gail Holst -Warhath. Athens, Kedros, 1995. 360pp. ISBN: 960-04-0979-X

Tale without title [tr.by]: Stratos E. Constantinidis. Box Hill, Elikia Books, 1989.

In Italian -Greek:

La Cena [tr.by]: Brigida Artiaco. Napoli, Instituto Universitario Orentale, 1998. 75pp.

In French:

Passage par le dedans: en deux parties et sept tableaux. [tr.by]: Georges Andronidis. Athenes, Institut Francais d' Athenes, 1993. 123pp.


Ο Θεατρικός Συγγραφέας
ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

Ο Ακαδημαϊκός Ιάκωβος Καμπανέλλης φέρει δικαίως τον τίτλο του Πατριάρχη του νεοελληνικού θεάτρου αφού το δικό του θεατρικό έργο έδωσε μεταπολεμικά νέα πνοή στην ελληνική σκηνή. Πολυγραφότατος, έχει να επιδείξει ένα έργο πολυδιάστατο, πρόσφορο σε νέες θεατρολογικές αναλύσεις και σκηνικές επαναγνώσεις. Έργο που ο χρόνος, ευνοεί καθόσον η σύγχρονη έρευνα ανακαλύπτει διαρκώς νέες πτυχές του ενώ ο ίδιος ανανεώνει συνεχώς τη γραφή του.
Το έργο του είναι απόλυτα ελληνικό που εκφράζει μια βαθιά πολιτική και κοινωνική ανησυχία: ο Καμπανέλλης, έχοντας ζήσει το ναζιστικό στρατόπεδο (απόρροια της εμπειρίας του αποτελεί και η μαρτυρία του με τίτλο "Μαουτχάουζεν" αλλά και οι μελοποιημένοι από τον Μίκη Θεοδωράκη στίχοι του που έχουν ακουστεί σε όλο τον κόσμο) αλλά και την μετεμφυλιακή εξαθλίωση της Ελλάδας, κάνει θέατρο ορμώμενος από την άμεση εμπειρία που σε πρώτη ανάγνωση παραπέμπει στην ηθογραφία: "Η Αυλή των θαυμάτων", "Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας", "Η Ηλικία της Νύχτας", έργα που ανέβηκαν για πρώτη φορά στη σκηνή πριν 50 περίπου χρόνια, εξακολουθούν να συγκινούν αποδεικνυόμενα διαχρονικά διότι συνδιαλέγονται με την ευρωπαϊκή δραματουργία και πρώτιστα με τον Ίψεν. Άλλωστε, το έργο του "Στη Χώρα Ίψεν", δημιουργεί έναν ευφυή διάλογο με τους "Βρυκόλακες" του Ίψεν, αιτιολογώντας την έννοια του "μεταθεάτρου" αλλά και την ευρωπαϊκή ταυτότητα του συγγραφέα του.
Νέο-ρεαλιστής ή νεο-ηθογράφος, ο Κ. συνυπάρχει με τον καυστικό χιουμορίστα, τον σατιρικό συγγραφέα που, προβάλλει τη διάσπαση του ατόμου σε πολλαπλές ταυτότητες, διαχέει το χώρο και το χρόνο, εμβολίζει την πραγματικότητα με το όνειρο και τη φαντασίωση. Ο "Αόρατος θίασος", "Ο Κανείς και οι Κύκλωπες", τα "Πρόσωπα για βιολί και Ορχήστρα", "Τα Τέσσερα Πόδια του Τραπεζιού", "Μια Συνάντηση κάπου Αλλού" αποτελούν παραδείγματα της σύζευξης ρεαλιστικού και θεάτρου του παραλόγου. "Ο Γορίλας και η Ορτανσία", με καταγωγή το σουρεαλιστικό γκροτέσκο, ο ιονεσκικός "διάλογος", τα παρωδιακά "Ποιος ήταν ο Κύριος;" και "Επικήδειος", τα αλληγορικά με δομή μιούζικαλ "Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος" και "Κωμωδία", δείχνουν το εύρος μιας γραφής του, τις ανάγκες της σκηνής. Άλλωστε, ο ίδιος έχει σκηνοθετήσει επανειλημμένα έργα του.
Υπόγειο χιούμορ αλλά και υπόγεια καταγγελία χαρακτηρίζουν άλλα έργα του όπως αυτά που διασπώντας τον κλοιό της λογοκρισίας επί δικτατορίας στην Ελλάδα, ανεβαίνουν επί σκηνής καταγγέλλοντας μέσα από έναν αλληγορικό λόγο, τραγούδια και μουσική, το ίδιο το καθεστώς. "Το Μεγάλο μας Τσίρκο", "Το Κουκί και το Ρεβύθι" δημιουργούν κοσμοσυρροή αλλά και επεμβάσεις της αστυνομίας ενώ ταυτόχρονα το "Παραμύθι χωρίς Όνομα" σε μουσική Μάνου Χατζηδάκη δημιουργεί θρύλο μεταξύ του τολμηρότερου φοιτητόκοσμου. Τα έργα του αποτελούν την εποχή εκείνη ανάσες ελευθερίας. Οι διαπρεπέστεροι ηθοποιοί και σκηνοθέτες της Ελλάδας έχουν ερμηνεύσει και συνεχίζουν να ερμηνεύουν έργα του, ανιχνεύοντας συνεχώς νέα στοιχεία που δημιουργούν νέες ερμηνευτικές προκλήσεις. Εξάλλου, ο Καμπανέλλης από πολύ νωρίς έγινε γνωστός χάρη και στα σενάρια κινηματογραφικών ταινιών που γνώρισαν διεθνή επιτυχία όπως η "Στέλλα" του Μιχάλη Κακογιάννη με την Μελίνα Μερκούρη στον ομώνυμο ρόλο ή ο "Δράκος" του Νίκου Κούνδουρου.
Οι αρχαίοι μύθοι επαναπροσδιορίζονται με το τρίπτυχο "Γράμμα στον Ορέστη" - "Ο Δείπνος" - "Πάροδος Θηβών". Αλλά και ο περίφημος νόστος του ομηρικού Οδυσσέα βρίσκει μια νέα εκδοχή με τα έργα "Οδυσσέα Γύρισε Σπίτι" και " Η τελευταία Πράξη" που διαπραγματεύονται με ευφυή δραματουργικά τεχνάσματα την μη τελικά πραγματωθείσα επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη, σε μια σύγχρονη Ιθάκη που εκμεταλλεύεται τους "μύθους" της.

Δημήτρης Τσατσούλης

Ο Δημήτρης Τσατσούλης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Παν/μίου Πατρών και κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας.


Τι έγραψε ο Τύπος για τον
ΙΑΚΩΒΟ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ
(αποσπάσματα από κριτικές)

Πενήντα χρόνια μετά και με περισσότερα από τριάντα έργα ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο επωνομαζόμενος γεννήτορας του ελληνικού θεάτρου, ο ανανεωτής του δραματικού περιεχομένου, συνεχίζει να είναι παρών και μάχιμος. Και συνεχίζει να τροφοδοτεί τις σκηνές με τα έργα του. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης δεν στάθηκε ποτέ σε μια επιτυχία. Και ούτε θέλησε ποτέ να επαναλάβει τα μέσα με τα οποία εξασφαλίστηκε η επιτυχία. Κι αυτό γιατί όπως λέει ο ίδιος, δεν υπήρξε ποτέ ανταγωνιστής του εαυτού του. "Δεν με ενδιαφέρει αν το επόμενο έργο θα είναι καλύτερο του προηγούμενου. Αυτό μου εξασφάλισε την ελευθερία του να λειτουργώ σαν συγγραφέας αυθόρμητα, αδιαφορώντας για το τι θα συμβεί, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Αυτό που κατέκτησα όλα αυτά τα χρόνια είναι η ελευθερία μου".

Σταύρος Ξηντάρας: Τα τελευταία χρόνια, αρκετά ελληνικά έργα παρουσιάζονται στις ελληνικές σκηνές. Σπάνια, όμως, αν εξαιρέσουμε τα δικά σας, ξεπερνούν τα ελληνικά σύνορα…

Ιάκωβος Καμπανέλλης: "Πολλά απ' αυτά θα μπορούσαν να σταθούν στην παγκόσμια σκηνή. Δεν υπάρχουν, όμως, καλοί μεταφραστές θεατρικών έργων και μια μετάφραση μπορεί στην κυριολεξία να καταστρέψει ένα έργο. Ένα πεζογράφημα κι αν πάθει μια ζημιά, ο όγκος των 500-600 σελίδων υπάρχει. Στο θεατρικό έργο, το οποίο είναι 60-80 αραιογραμμένες σελίδες, σε μια γλώσσα ελλειπτική και υπαινικτική, εάν η μετάφραση δεν είναι άριστη το έργο δεν υπάρχει,. Άλλος λόγος είναι ότι τα θέατρα δεν είναι εκδοτικοί οίκοι. Τα θέατρα έξω περνούν τα έργα από πολλά φίλτρα και όχι μόνο ποιοτικά. Και ο τρίτος λόγος είναι ο εξής: Βλέπουμε να παίζονται στη χώρα μας πολλά ξένα έργα, μετριότατα, που απλά βλέπονται. Αλλά ό,τι συμβεί στη Νέα Υόρκη, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και σε άλλες μεγαλουπόλεις, λόγω του όγκου της χώρας και της διεθνούς γλώσσας μέσω της οποίας κοινοποιείται, γίνεται αυτομάτως διεθνές γεγονός. Ό,τι και να συμβεί στην Αθήνα παραμένει τοπικό γεγονός"….

Σταύρος Ξηντάρας: Θεωρείτε κάποιον συγγραφέα δάσκαλό σας;

Ιάκωβος Καμπανέλλης: "Πολλούς. Από τους αρχαίους μέχρι το Μπέκετ. Δεν έγινα μαθητής ενός. Μαθήτεψα σε όλους τους μεγάλους και γι' αυτό δεν ανήκω σε καμία σχολή. Πάντως, δάσκαλοι για ένα θεατρικό συγγραφέα δεν είναι μόνο οι θεατρικοί συγγραφείς. Ένας μεγάλος δάσκαλος θεάτρου μπορεί να είναι και ο Ντοστογιέφσκι και ένας μεγάλος ζωγράφος ή ένας μουσικός, ένας ποιητής, Πρέπει ο δημιουργός να εισπράττει ευαισθησίες και να δημιουργεί τα εργαλεία του, τα μέσα του, καλλιεργούμενος απ' όλες τις μορφές της τέχνης"…

Σταύρος Ξηντάρας: Το γεγονός ότι ήρθατε σε μια πολύ νέα ηλικία αντιμέτωπος με το θάνατο, κλεισμένος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, λειτούργησε θετικά ή αρνητικά στη συνέχεια;

Ιάκωβος Καμπανέλης: "Δεν ξέρω αν θα ήμουν αυτός που είμαι αν δεν είχα αυτή την ανεκτίμητη εμπειρία στην κόλαση. Δεν ξέρω αν θα γινόμουν καν συγγραφέας με τον τρόπο που σκέπτομαι και εκφράζομαι. Αν θα ήμουν ο δέκτης που είμαι. Γιατί ένας συγγραφέας μπορεί να είναι πομπός, αλλά στην αρχή είναι δέκτης. Το ότι τα έργα μου είναι πολυπρόσωπα είναι η απόρροια της εμπειρίας μου από το Μαουντχάουζεν. Από ένα χώρο ακραίων καταστάσεων και ακραίων συμπεριφορών, από μέρους ακόμα και των κρατουμένων. Ήταν ένα πλήθος υπήκοο σε μια κοινή μοίρα. Αυτό είναι ένα στοιχείο που υπάρχει πολύ μέσα στα έργα μου. Κι ακόμα θα έλεγα για το ρόλο που παίζει η φαντασία στον άνθρωπο, γενικά. Η καταφυγή εις την φαντασία, η χρήση της, με λίγα λόγια ο άνθρωπος που δεν χωράει μέσα στο εαυτό του, που υπάρχει, επίσης, μέσα στα έργα μου, είναι κάτι που το ζούσαμε στο στρατόπεδο κάθε λεπτό"…

Εφημ. ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 13-5-2001



ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ
(Μέρος ομιλίας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ
ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ

Ο Ιάκωβος Καμπανέλης, με την παράσταση της Αυλής των Θαυμάτων στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν το 1957, έδωσε και ένα συμβατικό ορόσημο για την αρχή του μεταπολεμικού θεάτρου, όπως αναγνωρίζεται σήμερα από τη θεατρική ιστοριογραφία. η συγκυρία της παράστασης αυτής, με τη συμβολική λειτουργικότητα της ιστορικής τομής, ενώνει δύο στοιχεία που αποδείχτηκαν καθοριστικά για τις επόμενες δεκαετίες: τη λειτουργία του Θεάτρου Τέχνης ως μόνιμης εστίας της μεταπολεμικής δραματογραφίας, στο βαθμό που καταπιάνεται με την καταγραφή και ανάλυση της σύγχρονης πραγματικότητας της νεοελληνικής κοινωνίας, αφού ανέδειξε στο ρεπερτόριό του τόσους νέους συγγραφείς και τόσα νέα έργα, και την καθιέρωση του ρεαλιστικού τύπου του μεταπολεμικού δραματικού έργου, που θεματοποιεί παρόν και πρόσφατο παρελθόν και παρουσιάζει, με σχεδόν νέονατουραλιστικό τρόπο, tranches de vie, αλλά στη μεταψυχαναλυτική εποχή και tranches de l' ame, που δεν αποκλείουν και το υποσυνείδητο και τα όνειρα, τον ψυχισμό και τα βαθύτερα πιστεύω του σκηνικού πληθυσμού, ο οποίος αποτελείται από ζωντανές υπάρξεις και γνώριμους ανθρώπους με σάρκα και οστά. στην περίπτωση της Αυλής πρόκειται μάλιστα για κοινωνιολογική "σπουδή" μιας παραδοσιακής κοινωνικής "μονάδας", που βασίζεται στην τυχαία συστέγαση, λειτουργεί όμως ως οργανική ενότητα συλλογικής συνείδησης, που σχηματίζει στην αρχιτεκτονική της διάταξη και τη σκηνική της αναπαραγωγή την κοινωνική παγίδα του milieu, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς και η οποία αποτελεί, κατά τις προδιαγραφές του παραδοσιακού Νατουραλισμού, τον κύριο "ήρωα" του έργου.
Κι όμως με μια τέτοια ανάγνωση μας διαφεύγει ένα σημαντικό μέρος της ουσίας του έργου αυτού. Ο όψιμος Καμπανέλλης μας έμαθε να διαβάζουμε το πρώιμο έργο του και με διαφορετικό τρόπο. Τη χρονική εκείνη στιγμή είχαν προηγηθεί επίσης παρόμοιες νεορεαλιστικές προσεγγίσεις της κοινωνικής πραγματικότητας, όπως η Έβδομη μέρα (1955) ή η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια (1953/54), αλλά και έργα τελείως διαφορετικής υφής, όπως ο ποιητικός Χορός πάνω στα στάχυα (1950), που δεν έχει εκδοθεί, Η Οδός… (1951), η ουτοπική σάτιρα Ο Γορίλλας και η Ορτανσία (1952) και οι αλληγορικές παρωδίες από το χώρο της αρχαιότητας Οδυσσέα γύρισε σπίτι (1952) και Ο μπαμπάς ο πόλεμος (1952)· την ίδια τη χρονιά της Αυλής ο Καμπανέλλης συγγράφει το σπαρακτικό μονόλογο Αυτός και το παντελόνι του. Ο αυτοδίδακτος συγγραφέας, συνεπαρμένος και γοητευμένος από την υποκριτική και το ζωντανό θέατρο, ξεκινάει με μια πολύ μεγαλύτερη υφολογική, δραματουργική και θεματογραφική ποικιλία απ' ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως από την παραστασιογραφία των έργων του.
Και σπεύδω να διευκρινίσω και το σημείο που υπαινίχθηκα προηγουμένως, πως διαβάζουμε σήμερα και τα πρώιμα έργα του με διαφορετικό μάτι, καθώς πλέον μας φανερώθηκε ένας Καμπανέλλης σχεδόν μυστικιστής, σχεδόν μεταφυσικός, πέραν της ρεαλιστικής ψυχογραφίας και της χρονικής στιγμής της ιστορικής συγκυρίας, με έργα που κινούνται σε μακρούς συμπυκνωμένους χρόνους, υπερβαίνουν το Εγώ και προσεγγίζουν μια μυστηριακή συλλογικότητα, έργα που ενώνουν ζωή και θάνατο σε μια ορθολογικά ασύλληπτη αλλά εντούτοις βιωνόμενη "κοινωνία", που εκπέμπει μια σαγηνευτική ομορφιά και μια υπερβατική βεβαιότητα. τώρα που η καθημερινή αβεβαιότητα της μεταπολεμικής κοινωνικής πραγματικότητας επιστρέφει στη μεγάλη πατρίδα της Φύσης, στο καθαρό φως του Αιγαίου και στην εκλεκτή συντροφιά των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας, τώρα καταλαβαίνουμε καλύτερα πως οι σπόροι αυτής της υπερβατικής, από πολλές απόψεις, διάστασης ενυπήρχαν και στα πρώιμα έργα του, ακόμα και στα λεγόμενα "ρεαλιστικά". Ας δούμε μόνο τους τίτλους της λεγόμενης πρώτης τριλογίας: Έβδομη ημέρα της δημιουργίας, Η αυλή των θαυμάτων και Η ηλικία της νύχτας, τίτλους που παραπέμπουν, μ' έναν ποιητικότατο τρόπο, σε μιαν υπερβατική διάσταση, πέρα από τη ρεαλιστική κοινωνική απεικόνιση, που αποτελεί το περιεχόμενο των έργων αυτών.
Το δραματικό έργο του Καμπανέλλη αιφνιδίασε επανειλημμένα κριτικούς και θεατρανθρώπους: με την ανακάλυψη των μη ρεαλιστικών έργων της πρώιμης περιόδου, με την καυστική σάτιρα στη συνέχεια της Επταετίας, με στοιχεία φαρσικά και με μια δραματουργική διάθεση που θυμίζει επιθεώρηση και μια ροπή για μικρές φόρμες, όπως το σκετς και το "νούμερο": Το μεγάλο μας τσίρκο, Το κουκί και το ρεβίθι, ο Εχθρός Λαός, Πρόσωπα για Βιολί και Ορχήστρα, Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού. η απρόσμενη εξέλιξη της αρχαίας θεματογραφίας, από την υπαινικτική για σημερινές καταστάσεις σάτιρα και μεταγραφή της ελληνικής μυθολογίας σε ουσιαστικές και πρωτότυπες συνθέσεις έκτακτης δραματουργικής γοητείας, που μεταπλάθουν και "συνεχίζουν" την τραγωδία, σ' ένα μεταϊστορικό και υπερβατικό επίπεδο: Γράμμα στον Ορέστη (όπου ο Καμπανέλλης εντάσσεται στη χορεία των δημιουργών του 20ού αιώνα, που ζητούν μιαν αποκατάσταση της Κλυταιμνήστρας), ο φιλοσοφικός κι έξοχος Δείπνος, όπου η παρουσία των νεκρών και των ζωντανών ενώνεται σε μια μυστικιστική και συνάμα πολύ ανθρώπινη συντροφιά, η Πάροδος Θηβών, που συνδυάζει στις δευτερεύουσες φιγούρες της ελληνικής τραγωδίας τρεις γενεές τραγικών ηρώων. Στη χώρα Ίψεν ξάφνιασε τους "επιδρασολόγους", ο Επικήδειος ξάφνιασε για το εύρημα της κεντρικής ιδέας του και την απολαυστική ρεαλιστικότητα της συνομιλίας, όπου ο θεατής κάθε στιγμή μπορεί να συμπληρώνει μόνος του τα μέρη του διάλογου στο τηλέφωνο που δεν ακούει. Ξάφνιασε ο Αόρατος θίασος για την εξπρεσιονιστική γραφή ως το μονόδραμα ενός πρωταγωνιστή, για τη διάλυση της αλληλουχίας του χρόνου και του χώρου, η οποία θα είναι μόνιμο μοτίβο των τελευταίων έργων, και την παρουσία και πάλι των νεκρών. ένα έργο που διαδραματίζεται ολοκληρωτικά στη συνείδηση ενός ανθρώπου, όπως συχνά και ο εσωτερικός μονόλογος της αφήγησης ή το ραδιοφωνικό έργο, για το οποίο ο Καμπανέλλης έχει προσαρμόσει τόσα πολλά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ξάφνιασε Ο δρόμος περνάει από μέσα για το βάθος και την ωριμότητα, τη σύμπτυξη των χρόνων, τη ζωή των πραγμάτων και των χώρων που επιβάλλονται τελικά στους ανθρώπους, για την ομορφιά και την ανθρωπιά που εκπέμπει η γλυκόπικρη αυτή σύγχρονη ιστορία. Και ξάφνιασε το βιογραφικό καλειδοσκόπιο Μια συνάντηση κάπου αλλού με το έξοχο εύρημα των πολλαπλών Εγώ, που διαλογίζονται στη συνείδηση του πρωταγωνιστή, έργο φιλοσοφημένο, ισορροπημένο, με τόνους χαμηλούς, ρυθμικό πλούτο, ένα station drama με εικόνες μεγάλης ομορφιάς και ένα ποιητικό φινάλε, που ενώνει μοντερνισμό και μύθους παραδοσιακούς. η ουρά των εγώ παλαιότερων εποχών, που ακολουθούν το γηρασμένο πρωταγωνιστή, έχει γίνει μεγάλη, όπως και τα στάδια της δραματουργικής εξέλιξης του Καμπανέλλη, που όλα τα καλλιεργεί και δεν αποκηρύσσει κανένα.
Ο Καμπανέλλης έχει υπηρετήσει σχεδόν όλες τις δραματικές φόρμες: από το ραδιοφωνικό έργο και το κινηματογραφικό σενάριο, από το σκετς και τους μονολόγους, σπονδυλωτά έργα από νούμερα και μονόπρακτα, σε δραματικές συνθέσεις πολύπρακτες και αρχιτεκτονημένες. Η υφολογική διαστρωμάτωση στα έργα του φτάνει από τον ακραίο ρεαλισμό μιας νατουραλιστικής καταγραφής έως μια ποιητική, σχεδόν μεταφυσική υπερβατικότητα, η γλώσσα του από την επιτυχημένη αναπαραγωγή της καθημερινότητας έως την καθαρή ποίηση. Το χιούμορ και η σάτιρα, η συμπόνια για τις ανθρώπινες υπάρξεις που δημιουργεί, το στοιχείο το ανθρώπινο και οικείο ενυπάρχουν στις μυθολογικές συνθέσεις, όπως και αντίθετα το αρχετυπικό, πανανθρώπινο, και το εσωτερικό ανάστημα στα σκηνικά πρόσωπα της καθημερινότητας. Ο σκηνικός πληθυσμός των έργων του Καμπανέλλη αντικαθρεφτίζει μεγάλον εσωτερικό πλούτο. ο δημιουργός σέβεται τα δημιουργήματά του, τα καθογηδεί, τον καθοδηγούν, τα ζει, τα συναναστρέφεται, τα σκηνοθετεί, αλλά και αυτονομούνται και του επιβάλλονται, παρασύροντάς τον αλλού.
Δίκαια κατέχει την ιστορική θέση του primus inter papres, του Νέστορα, όχι μόνο χρονολογικά, ανάμεσα στους Έλληνες δραματογράφους της μεταπολεμικής περιόδου, θέση που κανείς δεν του έχει αμφισβητήσει. Ο σκηνικός του κόσμος είναι ο πιο πολυδιάστατος, ο ψυχισμός του ο πιο πλούσιος και βαθύς, με αποχρώσεις και συμφυρμούς σπάνιους στη νεοελληνική δραματουργία. τα έργα της ωριμότητάς του, ως δραματικές συνθέσεις ποιητικότητας και ανθρωπιάς, παρατηρητικότητας και στοχασμού, κριτικής και αυτοκριτικής, συγχώρεσης και αυτοσυγχώρεσης, έργα φιλοσοφικού βάθους και δραματουργικής πρωτοτυπίας, θα μείνουν και στο μέλλον μέτρα σύγκρισης και αξιολόγησης, σταθμά για την κρίση κατά πόσον η πληθωρική δραματική παραγωγή των τελευταίων σαράντα και πλέον ετών θα έχει κατορθώσει να μετατρέψει την ποσότητα σε ποιότητα. Η ποσότητα φαίνεται πως, ιστορικά θεωρημένη, είναι προϋπόθεση για την εμφάνιση της ποιότητας. και γι' αυτό καλό παράδειγμα αποτελεί ο Καμπανέλλης.
Στο συνολικό έργο του περικλείονται πολλές τάσεις της μεταπολεμικής ελληνικής δραματογραφίας και ως ευαίσθητος σεισμογράφος των εξελίξεων σχεδόν πάντα αυτός είναι που κάνει τα πρώτα βήματα προς τη νέα κατεύθυνση. Πολλά έχουν γραφεί για τον Καμπανέλλη και πολλά ακόμα θα γραφούν. έχει πάρει πολλές διακρίσεις και πολλές θα πάρει ακόμα. Ακόμα και τις μεγαλύτερες. το αξίζει.

Βάλτερ Πούχνερ
Θεατρολόγος, συγγραφέας