A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Η κρίση, ο βουτηχτής κι η Νταίζη Ντακ παραδουλεύτρα

Τον τελευταίο καιρό μου έρχεται στο μυαλό όλο και πιο συχνά μια ιστορία. Από κείνες τις χαριτωμένες που διασκεδάζουν και διδάσκουν, και σου τυπώνονται στο μυαλό χωρίς να το καταλάβεις-επειδή την ώρα που τις διαβάζεις το απολαμβάνεις. Τη διάβασα πρώτη φορά πιτσιρίκι, γύρω στα 8 ή στα 9… Όχι, δεν ήμουνα τόσο «σπασικλάκι», ούτε «παιδί-θαύμα» να διαβάζω δοκίμια ενώ άλλαζα δόντια. Ήταν μια ιστορία από κάποιο Μίκυ Μάους. Μιλάω για τα κλασικά-κλασικότατα κόμικς του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Ο Μίκυ Μάους, το έξυπνο, θαρραλέο, καλόκαρδο ποντίκι-κι ο Ντόναλντ Ντακ, το γλυκύτατο, ενθουσιώδες αλλά πάντα άτυχο…παπί(!)-οι δυο βασικοί ήρωες-και φυσικά, όλο τους το… τεράστιο σόι-με τις μισές ιστορίες να εκτυλίσσονται στο Μίκυ Σίτυ (εκεί που ζει ο Μίκυ με τους δικούς του) και τις άλλες μισές στη Λιμνούπολη (εκεί που ζει ο Ντόναλντ με τα υπόλοιπα…παπιά!). Αμερικάνικο «φρούτο» κι αυτό, ναι-ποιος λέει όχι-όμως προϊόν της «άλλης», της «ψαγμένης» πλευράς που έχει η κουλτούρα της «μαμάς» Αμερικής: η «ζωντανή» τέχνη που προβληματίζει και δεν αποβλακώνει. Τα Μίκυ Μάους δεν είχαν ούτε έχουν καμιά σχέση με τις υπόλοιπες βρωμοφυλλάδες της βλαχοαμερικανιάς. Δεν είχαν μπρατσωμένους «αρκουδόμαγκες» που σκοτώνουν από χόμπυ, σέξι μισοντυμένες χαζές έφηβες, εφιαλτικά κοριτσάκια με εκνευριστική φωνή και μάτια βατράχου, σαν το Γκόλουμ από τον «Άρχοντα των δαχτυλιδιών»-ούτε παχύσαρκα αρκουδάκια από πράσινη γλίτσα με κοιλιά βουλευτή και χοληστερίνη από το πολύ…παριζάκι. Έλεος. Τί δουλειά έχουν τα παιδικά ματάκια μ’ αυτά τα εκτρώματα…
Μιλάω για τα αγαπημένα-τα λατρεμένα μου Μίκυ Μάους. Είναι μια αγάπη που δε σβήνει ποτέ. Κάποτε τα διάλεγα θαρρετά από το ράφι. Σήμερα διαλέγω εφημερίδες. Όμως περνάω πάντα απ’ το ράφι που ποζάρουν και μου κλείνουν το μάτι οι παλιοί μου φίλοι: ο Μίκυ, η τσαχπίνα Νταίζη, ο αγαπημένος μου Γκούφη κι ο γλυκός μου ο Ντόναλντ… Συνήθως δεν τολμάω ν’ αγοράσω τεύχος, αλλά πάντα βρίσκω ευκαιρία να τα ξεφυλλίσω στα κρυφά. Πάντα μου έκαναν παρέα τα Χριστούγεννα: έξω κρύο, βροχή ή μπορεί και χιόνι κάποιες φορές, αν ήμασταν τυχεροί-μισοσκόταδο, τζάκι ή σόμπα, τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου ο μοναδικός φωτισμός, στο στόμα η γεύση του μελομακάρονου κι οι ιστορίες του Μίκυ Μάους. Πάντα χριστουγεννιάτικες αυτές τις μέρες-προσαρμοσμένες πάντα με την εποχή. Έφαγα αμέτρητες κατσάδες-και μαζί κληρονόμησα και μόνιμη «στραβομάρα» (μυωπία είπε ο γιατρός)-γι’ αυτή μου τη συνήθεια να διαβάζω στο μισοσκόταδο. Αυτή μου όμως την παιδική χριστουγεννιάτικη ανάμνηση δεν την αλλάζω με τίποτα. Μα τίποτα.
Τώρα μια απ’ αυτές τις ιστορίες μου έρχεται στο νου ξανά και ξανά. Όχι αυστηρά χριστουγεννιάτικη-όσο τη σκέφτομαι όμως τη βρίσκω τρομερά επίκαιρη. Αλλά για άλλο λόγο.
Θέλησε, λέει, κάποια μέρα ο Ντόναλντ Ντακ να παραθέσει πάρτυ. Ο πραγματικός σκοπός του όμως ήταν να κάνει ένα οργανωμένο «χουνέρι» στην αρραβωνιαστικιά του-τη γλυκύτατη…παπίτσα Νταίζη Ντακ-με τη φουντωτή ουρίτσα, το άσπρο φρουφρουδένιο παντελονάκι και τον τεράστιο φιόγκο στο κεφάλι… Ο Ντόναλντ δεν ήθελε να ταλαιπωρήσει έτσι χωρίς λόγο την αγαπημένη του: απλώς είχε βογκήξει το παιδί στην αναμονή-γιατί η καλή του τον έστηνε, κάθε φορά που ήταν να βγουν μαζί, να την περιμένει με τις ώρες μέχρι να στολιστεί… Θέλησε λοιπόν να της δείξει με τον τρόπο του ότι ο καλλωπισμός δεν είναι το παν: ότι δε χρειάζεται να υπερβάλλουμε, όταν φροντίζουμε την εξωτερική μας εμφάνιση… Τί έκανε λοιπόν; Πρώτα πρώτα κάλεσε φίλους, γνωστούς και συγγενείς – και πρώτη πρώτη τη Νταίζη, φυσικά – για μια ξεχωριστή γιορταστική βραδιά στο σπίτι του. Ένα «πάρτυ μασκέ». Έβαλε μέχρι και είδηση στην τοπική εφημερίδα: ανακοίνωσε ότι οργανώνει ένα πάρτυ μεταμφιεσμένων. Όχι συνηθισμένο πάρτυ, όμως. Το θέμα του θα ήταν «τα ρούχα της δουλειάς!». Οι καλεσμένοι του-έλεγε η πρόσκληση-έπρεπε να παρουσιαστούν ντυμένοι με…ρούχα αγγαρείας! Όμως συνεννοήθηκε κρυφά με όλη την παρέα-εκτός από τη Νταίζη-ότι το θέμα του πάρτυ ήταν απλώς μια μπλόφα: όλοι θα έρχονταν ντυμένοι στην τρίχα, όπως στις μεγάλες δεξιώσεις της Λιμνούπολης. Όλοι, εκτός από τη Νταίζη, που δεν ήξερε τίποτα… Εκείνη θα παρουσιαζόταν ντυμένη παραδουλεύτρα-και θα έπεφτε μούρη με μούρη με όλους τους καλοντυμένους φίλους της, που θα ήταν στολισμένοι σαν λόρδοι… Βάρβαρη φάρσα για μια γυναίκα που θέλει να’ ναι πάντα κομψή!
Πράγματι, η καημένη η Νταίζη εμφανίστηκε με φακιόλι, μπαλωμένα ρούχα, σκούπες, σφουγγαρίστρες κι όλα τα συναφή… Και βλέπει ξαφνικά απέναντί της όλη την παρέα, στολισμένη σαν να πήγαινε σε χοροεσπερίδα, με τουαλέτες και γούνες και παπιγιόν… Κι ο καλός της-ο Ντόναλντ-να την κοιτάζει ξεκαρδισμένος στα γέλια μέσα στο κομψό του σμόκιν… Πώ πώ ντροπή για μια τόσο κομψή πάπια!
Όμως-όπως πάντα-πίσω είχε η αχλάδα την ουρά. Μέσα στον ενθουσιασμό του που η φάρσα του πήγε καλά, ο Ντόναλντ τελικά την πάτησε αγρίως… Μια ομάδα δημοσιογράφων της Λιμνούπολης από τις κοσμικές στήλες, πληροφορήθηκε για το πάρτυ-μασκέ «ρούχα της δουλειάς» και θέλησε να καλύψει το γεγονός… Κι όπως πάντα, έσπευσαν απρόσκλητοι στο πάρτυ-ενώ περιορίστηκαν μόνο στο να ειδοποιήσουν, λίγη ώρα πριν, μ’ ένα τηλεφώνημα… Τί να τους πει ο Ντόναλντ; Ότι το πάρτυ ήταν φάρσα; Τότε θα τον έθαβαν… Να τους πει ότι δε θέλει δημοσιότητα; Τότε θα άναβε ακόμα πιο πολύ την περιέργειά τους: έπρεπε να τους δεχτεί οπωσδήποτε… Ο ενθουσιασμός ολωνών έγινε πανικός. Οι δημοσιογράφοι όπου να’ ναι θα κατάφταναν. Πώς θα τους δέχονταν έτσι ντυμένοι, τί θα έβρισκαν να δικαιολογηθούν; Θα γίνονταν όλοι ρεζίλι των σκυλιών…
Όλοι; Όχι όλοι… Η μόνη που…πληρούσε τις προδιαγραφές του πάρτυ, ήταν τελικά η Νταίζη… Μόνο εκείνη φορούσε ήδη τα ρούχα της δουλειάς, όπως ήξεραν οι δημοσιογράφοι! Να που ήρθαν τελικά τα πάνω κάτω…
Όμως, η Νταίζη μπορεί να το παράκανε λιγάκι όταν καλλωπιζόταν-αλλά ήταν παπίτσα με φιλότιμο και κατανόηση. Και προπαντός μεγάλη καρδιά… Χάρηκε βέβαια που βγήκε η ίδια από τη δύσκολη θέση-όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει τους φίλους της και τον καλό της αβοήθητους… Αποφάσισε λοιπόν να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Έπρεπε μέσα σε λίγη ώρα τα πολυτελή ρούχα των φίλων της να μετατραπούν σε ρετάλια… Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να δίνουν την εντύπωση ότι είναι ρούχα της δουλειάς…
Δεν ήταν εύκολο-όμως η Νταίζη ανέκαθεν ήταν γυναίκα αποφασιστική. Αφού έκανε διάφορες προσπάθειες χωρίς αποτέλεσμα, τελικά βρήκε τη λύση: έπρεπε να θυσιαστεί ένας, για να σωθούν οι υπόλοιποι… Ποιος θα αναλάμβανε την παλικαριά; Μα φυσικά, ο καλός της-ο Ντόναλντ-που ήταν και ο…ηθικός αυτουργός όλης της λαχτάρας που οργανώθηκε εις βάρος της! Έτσι, θα βοηθούσε τους φίλους της-και θα’ παιρνε και το αίμα της πίσω… Μέσα σε λίγα λεπτά, λοιπόν, ο Ντόναλντ αναγκαστικά έβγαλε σμόκιν, παντελόνι, πουκάμισο, κι αφού έγινε όπως όταν…βγήκε από τ’ αυγό(!), παρέδωσε τα ρούχα του στην καλή του… Ίσα ίσα που πρόλαβε –αντί για άλλο ρούχο-να…φορέσει ένα άδειο βαρέλι! Η Νταίζη αστραπιαία κομμάτιασε όλα τα ολοκαίνουργια ρούχα του αρραβωνιαστικού της, έφτιαξε μπαλώματα και μ’ αυτά…μπάλωσε όλα τα κουστούμια και τις τουαλέτες των φίλων της! Τα κατάφερε τόσο καλά, που μέσα σε λίγη ώρα το δωμάτιο γέμισε… παραδουλεύτρες, αχθοφόρους, οικοδόμους κι εργάτες! Κι όταν τελικά παρουσιάστηκαν οι δημοσιογράφοι με μικρόφωνα, κασετοφωνάκια, φωτογραφικές μηχανές και κάμερες, όλα ήταν εντάξει… Ούτε και για τον Ντόναλντ υποψιάστηκαν τίποτα, όταν τον είδαν…ολοτσίτσιδο, σαν νεογέννητο παπί μέσα στο βαρέλι! Φαντάστηκαν ότι –υποτίθεται-έτσι…ντύνεται, όταν…καθαρίζει βαρέλια! Κι έτσι ούτε η φάρσα του Ντόναλντ είχε…δραματική κατάληξη, ούτε ρεζιλεύτηκε κανένας-ούτε κι η Νταίζη έμεινε παραπονεμένη…
Μη μου πείτε ότι δε σας θυμίζει τίποτα η ιστορία… Για σκεφτείτε το λίγο… Βάλτε στη θέση της Νταίζη το…μέσο εργαζόμενο: τόσα χρονάκια αγωνίστηκε, στερήθηκε, πάλεψε για να κατακτήσει αυτά που δικαιούνταν. Κουτσά στραβά, τα κατάφερε να’ χει μια αξιοπρεπή ζωή: έμαθε να δουλεύει, να απολαμβάνει, να διεκδικεί συνεχώς το καλύτερο, να ζητάει να ανταμείβονται οι κόποι του-ίσως και να το παράκανε καμιά φορά, βουτώντας σε υπέρογκα χρέη για να κατακτήσει όχι ουσιώδη αγαθά, που ήταν πέρα απ’ τις δυνάμεις του (δάνειο διακοπών, δάνειο για κρουαζιέρες, δάνειο για… σκι στην Ελβετία!), τουλάχιστον όμως σ’ αυτή την περίπτωση μπορούσε τουλάχιστον να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο και να θεωρήσει τον εαυτό του θύμα των δικών του λαθεμένων αποφάσεων. Και να προσπαθήσει μετά να ξελασπώσει όπως μπορούσε. Έτσι κι αλλιώς, το είχε αποφασισμένο το «μακροβούτι»… Μαθημένος στα μακροβούτια έτσι κι αλλιώς… Άλλωστε πάντα λίγοι ήταν οι χαζοί που κατέφευγαν στα δάνεια μόνο και μόνο για να κάνουν το ψώνιο τους: ο πολύς κόσμος, όταν καταφεύγει στις τραπεζικές «δαγκάνες», συνήθως καίγεται. Έχει πραγματική ανάγκη. Γνωστή και παλιά τέχνη λοιπόν το οικονομικό μακροβούτι… Αλλά και τί ικανοποίηση να βλέπεις ότι το μακροβούτι σου δεν πήγε τελικά χαμένο… Πώς να το κάνουμε, ωραίο πράγμα να καμαρώνεις μετά το σουλουπωμένο σπιτάκι σου, το καινούργιο σου αυτοκινητάκι, το παιδί και το ανίψι που σπουδάζουν-κι ας πνίγεσαι εσύ. Είναι γλυκό αυτό το πνίξιμο…
Κι ο γνωρίζων από «μακροβούτια» τέτοιου είδους ξέρει καλά πόσο μεγάλη «σαρακοστή» τον περιμένει μετά… Για μεγάααλο διάστημα… Ξέρει από την αρχή ότι πρέπει να βρει ένα μεγάλο σουβλί και ν’ ανοίξει κάμποσες τρύπες στο ζωνάρι του-δηλαδή να πάρει μια μεγάλη «ψαλίδα» και ν’ αρχίσει να κόβει τα περισσευούμενα… Ό, τι περισσεύει να το κόψει αλύπητα και δίχως δισταγμόν… Μεταφράζω: όταν λέω να κόψει, εννοώ να κόψει από τα έξοδα… Αρχίζοντας από τα εντελώς περιττά, εάν υπάρχουν (που δεν είναι και πολλά, πανάθεμά τα-άλλωστε ούτως ή αλλέως τα εντελώς περιττά μονίμως κομμένα εξ αρχής είναι), περνώντας μετά στα… όχι και τόσο απαραίτητα-και συνεχίζοντας (δυστυχώς) ακόμα και σε μερικά από τα απολύτως απαραίτητα… Να ξέρει ότι μέχρι να ξεπληρώσει το χρέος του στους τραπεζοκένταυρους-ποτέ δηλαδή (σε σαρανταέξι τέρμενα σε περιμένει ψηλός μελαχροινός και θέλει να σε παντρευτεί, υπομονή Μαριγούλα και τον φάγαμε το γάιδαρο) θα πρέπει να διαλέγει πάντα τη φτηνή μάρκα τα μακαρόνια, να ξεχάσει χαβιάρια-σολωμούς-πορτσίνι-τσιπούρες-φιλέτα-αστακοκαραβιδογαριδομάνες, να καταδέχεται να φορέσει τη μαϊμουδίτσα το τζην και το συνολάκι του δεν-τον-ξέρει-ούτε-κι-η-μάνα-του αγνώστου σχεδιαστού (τί σχεδιαστού μωρή, της κυρα-Νίτσας της κοπτοραπτούς που έχει το ατελιέ της πάνω απ’ το μανάβικο είναι το ταγιεράκι που θα βάλεις φέτος το Πάσχα, ξέχασέ τα τα επώνυμα-άλλωστε μια χαρά σου έρχεται, πες δόξα τω Θεώ που βρέθηκε κι αυτό), τα καλοκαίρια με τον καύσωνα να λέει «δόξα σοι ο Θεός», αν είναι νησιώτης κι έχει τζάμπα θάλασσα, ή «σώσον Κύριε τον λαόν σου» αν είναι στεριανός και δεν έχει πού να πέσει να δροσιστεί. Τί με κοιτάς, γέμισε τον κουβά κρύο νερό και βούτα το ξεροκέφαλό σου μέχρι να σκάσεις να ησυχάσουμε. Να επιβεβαιώνει στην πράξη-κι όχι «θεωρητικώς»-όλα εκείνα τα γλυκά ερωτικά τραγουδάκια, που μιλάνε για μεγάλες αγάπες σε κάμαρες μικρές-γιατί ξέρει ότι μπορεί να περάσει καλά ακόμα κι αν δεν έχει να ξοδέψει πέντε-έξι κατοστάρικα σε μια βραδιά. Να του φτάνουν δυο μπυρίτσες, ένα φεγγαρόφωτο-και δυο αγαπημένα μάτια… Τα Χριστούγεννα να τα ευχαριστιέται ο, πουδήποτε, αρκεί να είναι μαζί μ’ αυτούς που αγαπάει-κι ας μην είναι και στην Ελβετία. Ούτε καν στην Πάρνηθα… Να ξέρει ότι είναι σε καλύτερο μέρος: στην αγαπημένη του αγκαλιά…
Τί νομίσατε, μάινε χέρρεν;… Μια ζωή συνήθισε στο μακροβούτι ο εργαζόμενος, τώρα θα κωλώσει;… Μια ζωή συνήθισε ντυμένος παραδουλεύτρα-α ρε Νταίζη, πώς μας καταλαβαίνεις-τώρα θα φοβηθεί την κρίση; Μα έτσι κι αλλιώς, από τότε που γεννήθηκε έχει ήδη πάρει τη βαθιά ανάσα κι έχει βουτήξει με το κεφάλι προ πολλού σε άγνωστα βαθιά νερά επιτοκίων και χρεών-που στο λαιμό να σας κάτσουνε, δυσκοίλιες αμερικανοευρωπαϊκές παλιομπετούγιες… Εδώ και χρόνια ο μέσος εργαζόμενος κολυμπάει στον πάτο με κρατημένη την ανάσα… Κι ας τον βλέπετε μικρό κι αδύναμο, έχει μεγάλα πνευμόνια που δεν του φαίνονται… Επειδή ξαφνικά ξυπνήσατε μια ωραία πρωία κι ανακαλύψατε – τάχα μου – ότι το εθνικόν συρτάρι είναι άδειο;… Ε, αυτός μια φορά δεν τα’ χει πάρει…Κι όπως έλεγε κι η γιαγιά μου… Βγάλτε σβέρκο και λαιμό και βρείτε τρόπο να το γεμίσετε…

Και εις έτη πολλά!!!

Παρασκευή Κουτούμπα
Σκιάθος

1 σχόλιο:

  1. Να είσαι καλά. Με γύρισες στα ξένοιαστα παιδικά μου χρόνια κι ύστερα με προσγείωσες πάλι στη σημερινή πραγματικότητα. Κι αν έχασα τις κούτες με τα Μίκυ Μάους μου-μαζί με την ξενοιασιά μου- έχω όσα γράφεις, και παίρνω κουράγιο...και συμφωνώ απόλυτα με τη γιαγιά σου...
    ...και κάτι μου λέει πως θα τα καταφέρουμε...αγάντα...
    Καλή χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή