A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;;;;

   Ήταν οι «παλιές, καλές εποχές» για τη Σκιάθο και για την τουριστική Μαγνησία εν γένει, ήμουν μικρή και χωρίς λόγο και άποψη – υποτίθεται – κι όμως το θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Κι ας είναι 15 ολόκληρα χρονάκια πίσω. Με τι στόμφο και ενθουσιασμό πιπίλιζαν κάποιοι την καινούργια – τότε – καραμελίτσα ονόματι «μαρίνα». Τι για ανάπτυξη, τι για πρόοδο ακούγαμε, τι για νέες θέσεις εργασίας που θα άνοιγε η προοπτική μιας τουριστικής μαρίνας στην παραλία της Σκιάθου. Να’ ρχεται το Λατσέικο για γουικέντ και να’χουν κάπου οι άνθρωποι να ακουμπήσουνε το γιοτ, το κρις κραφτ και το ελικόπτερό τους. Να βγαίνει η Μαριάννα με τον Κούρκουλο (ζούσε τότε ο μακαρίτης) και να τρίζουνε οι λιμενοβραχίονες από το διαμαντικό. Να πάψουμε να νιώθουμε κομπλεξικοί καράβλαχοι και να γεμίσει το μάτι μας επιτέλους χλίδα ρε αδερφέ… Αυτά από τους προοδευτικούς. Γιατί υπήρχαν και οι άλλοι, οι συντηρητικούρες και σκοταδιστές, που δεν ήθελαν το φουα-γκρά και τη σαμπάνια και προτιμούσαν ούζο και μυδοπίλαφο. Κι επέμεναν κιόλας οι ψωνάρες ότι πιο όμορφα είναι τα φυσικά κατσάβραχα από τις γυαλιστερές τσιμεντόπλακες που τις σκουπίζεις με την παρκετέζα. Και δώστου ξανά και ξανά να προσπαθούν οι συντηρητικούρες να συγκινήσουν τους προοδευτικούς επικαλούμενοι τον Παπαδιαμάντη («ποιος είν’ αυτός, ρε συ;» «Εφοπλιστής ρε!  Δε θυμάσαι, ρε μ…κα, ειν’ αυτός που έχει το καράβι! Και δω είναι το σπίτι του και πήρε το όνομά του κι ο δρόμος…» Το άκουσα κι αυτό μέσα στην Παπαδιαμάντη κατακαλόκαιρο.) Και τις συζητήσεις και τα πειράγματα στα καφενεία για τα «βερνικωμένα κέρατα» - θα θυμούνται κάποιοι τα περί Βερνίκου. Και οι ειλικρινείς και οι «ψευτοφυλλάδες» που άλλα έλεγαν τότε (επειδή έτσι τους συνέφερε) και άλλα λένε τώρα (επειδή πάλι έτσι τους συμφέρει). Μόνο που θυμάμαι, η ρουφιάνα. Θυμάμαι σαν τον ελέφαντα και φάτσες και ονόματα. Κι ας ήμουν άπραγο φοιτηταριό. Θυμάμαι με τι μένος φώναζαν όλοι εναντίον όποιου επιχειρηματία είχε αντιρρήσεις στο θέμα «μαρίνα». Γιατί και καλά τολμούσε ο αντιδραστικός να αποδοκιμάσει τέτοιο έργο προόδου και πολιτισμού. Μα απλούστατα γιατί ένιωθε την απειλή της χρεωκοπίας να έρχεται και όλη του την περιουσία και τον κόπο να θάβεται κάτω από ουρανοκατέβατες νταμαρόπετρες. Γιατί δεν ήθελε ο σπαστικός να κλείσει το παλιομάγαζό του και να πιάσει μαιτρ σε εφοπλιστικό σαλόνι, το κορόιδο. Και να του χώνει η εφοπλίστρα και χαρτονομίσματα στο μποξεράκι, άμα τύχαινε να’ναι και λίγο ομορφόπαιδο.
   Τι να κάνω που θυμάμαι, η άτιμη. Και ποιοι και πόσοι ήταν αυτοί που έλεγαν «μαρίνα» κι έσταζε μέλι το στόμα τους. Μόνο που τώρα άλλαξαν παρέες. Και απόψεις. Ναι, αλλά τότε το ίδιο σχέδιο που τώρα λένε έκτρωμα τότε το ψήφιζαν και το ενέκριναν. Εμ το βρήκε έτοιμο τώρα και το ΤΑΙΠΕΔ, πού να ψάχνει για καινούργια; Και πού να μας πιστέψουνε τώρα ότι δε μας αρέσει, αφού από μας το βρήκαν; Άντε να τους πείσουμε ότι γίναμε ξαφνικά οικολόγοι και ευαισθητοποιημένοι…
   Ένα πράμα φοβάμαι, παιδιά: όταν τελικά έρθει η κακιά η ώρα κι έρθουν τα μαντρόσκυλα του ΤΑΙΠΕΔ να πάρουν αυτό που δεν τους ανήκει και φέρουν και το επίμαχο να μας το φορέσουν, εμείς όχι μόνο δε θα μιλήσουμε, αλλά θα αρπάξουμε στα δόντια την κοκκάλα που θα μας πετάξουν και θα πούμε κι ευχαριστώ. Και θ’ απομείνουμε απ’ έξω να κοιτάμε οι κοροϊδάρες – εκτός από τους πεντέξι γνωστούς καταφερτζήδες που πάνε με όλους και με όλα σαν την Κόκα-κόλα. Αυτούς δεν τους κλαίω – οι καταθέσεις τους μονάχα θα φτάσουν για καμιά τριανταπενταριά δεκαετίες ακόμα. Εμάς τους πολλούς βλάκες κλαίω. Μακάρι να βγω ψεύτρα. Κι άμα βγω μουντζώστε με.