A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Ο κυρ Αλέξανδρος στην Πάτμο του Θεού (11 χρόνια πριν)

Στους φίλους - και εκλεκτούς δημοσιογράφους (αληθινούς δημοσιογράφους κι όχι "γιαλαντζί" - γεμίσαμε από δαύτους τελευταία) Γιώργο και Μίνα Πούλιου των "Βόρειων Σποράδων", που φιλοξένησαν αυτό το αρθράκι στην εφημερίδα τους - τότε που ήταν έντυπη, στην ακάματη Αθηνά Παπαγεωργίου - την Αθηνά της Σκιάθου - που της χρωστάω πολλά, και στον πολυτάλαντο και σεμνό αδερφούλη μου Κωστή Κουτούμπα. Και πάνω απ' όλα στα υπέροχα παιδιά της Πάτμου - που τώρα θα έχουν μεγαλώσει.
11 χρόνια πριν, τότε που ο κυρ Αλέξανδρος πήγε για προσκύνημα στην Πάτμο του Θεού.

   Περασμένες έντεκα, και το καράβι ρίχνει άγκυρα στο μοναδικό ενδιάμεσο σταθμό του ταξιδιού: μπροστά μας, η νυχτερινή Σύρος. Επιβλητική, αρχοντική, με τα μέγαρα και με τους θόλους των εκκλησιών, η χώρα της Σύρου μας μπάζει σιγά – σιγά σε μια ατμόσφαιρα αλλιώτικη και μυστηριακή. Σαν ένας πρόλογος για αυτά που θα ακολουθήσουν… Πέντε – έξι καθολικές καλόγριες, με τα χαρακτηριστικά τους άσπρα κεφαλομάντηλα και με σανδάλια στα πόδια, που μας είχαν συνοδέψει στο ταξίδι από τον Πειραιά, τώρα βιαστικά κατεβαίνουν: η Σύρος είναι ο προορισμός τους. Μοναδική ανάμεσα στα ελληνικά νησιά, απομεινάρι αλλοτινών βαρβαρικών καιρών, η Σύρος μένει μέχρι σήμερα μοιρασμένη ανάμεσα σε δυο δόγματα, δυο κουλτούρες, δυο παραδόσεις.
  Σε δυο – τρία λεπτά, το καράβι σηκώνει και πάλι τη σκάλα: ξεκινάμε. Τα φώτα της Σύρου χάνονται γρήγορα στο σκοτάδι. Ο καιρός είναι γλυκός – αν και η νοτιά είναι ήδη δυνατή. Κι όμως, δεν είναι αρκετή για να σαλέψει, έστω, τον τεράστιο όγκο του καραβιού. Σκάφος καμωμένο για μεγάλες θάλασσες, δυνατό και καλοτάξιδο, ακολουθεί πειθήνια το θαλάσσιο δρόμο του: από τον Πειραιά ως τη Ρόδο, και πάλι Πειραιά.
   Είμαστε ήδη κουρασμένοι: από τη Σκιάθο, αξημέρωτα, βάλαμε πλώρη για την Πάτμο. Ταξίδι μακρύ και πολύωρο: σχεδόν, από τη μια άκρη του Αιγαίου στην άλλη. Καθαρή αποκοτιά… Κι όμως, ο σκοπός άξιζε κάθε κόπο, κάθε κούραση: ήταν απλά μια πρόσκληση, μια τρυφερή επιθυμία μερικών ανθρώπων, που από κει – από την άλλη άκρη του Αιγαίου – λαχτάρησαν να ζήσουν λίγη από τη μυστηριακή μαγεία που εμείς, οι τυχεροί, απολαμβάνουμε πλουσιοπάροχα. Η Πάτμος λαχτάρησε ν’ ακούσει – και να ζήσει – Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
   Ήταν μια από κείνες τις προσκλήσεις που δε μπορείς, δεν επιτρέπεται να πεις «όχι». Και που ξέρεις απ’ την αρχή ότι κάθε δυσκολία, κάθε ταλαιπωρία που σε περιμένει στην πορεία, στο τέλος ανταμείβεται: κι αυτή είναι η πιο γλυκιά ανταμοιβή. Η χαρά και η ευγνωμοσύνη στα μάτια των ανθρώπων.
   Επικεφαλής της «αποστολής», η Αθηνά – η γνωστή μας Αθηνά. Ακάματη εργάτρια του πολιτισμού, αμετανόητη τοπικίστρια, που δουλεύει ακούραστα με μπούσουλα την αγάπη της για τη Σκιάθο του Θεού και του Παπαδιαμάντη. Άπειρες φορές έχει δεχθεί παρόμοιες προσκλήσεις από τις πιο μακρινές γωνιές της Ελλάδας – και όχι μόνο. Και κάθε φορά έχει ανταποκριθεί: χρόνια τώρα, ταξιδεύει μεταφέροντας τη μαγεία του κυρ – Αλέξανδρου, ό, που υπάρχει εύφορη γη. Αυτή τη φορά, συνεργάτης στο ταξίδι της κι ο Κωστής – για να μεταφέρει με τη θέρμη της φωνής του τους ίδιους γλυκούς, μελωδικούς φθόγγους που ψιθύριζε κάποτε κι η άγια ψυχή του κυρ – Αλέξανδρου. Μαζί τους, και γω: όχι για να δώσω – δεν είχα τίποτα να δώσω. Να πάρω θέλησα: να κλέψω λίγη από τη μαγεία.  
   Η ώρα δύο τη νύχτα. Το καράβι μπαίνει στο λιμάνι της Πάτμου: φτάσαμε. Μισοκοιμισμένοι ακόμα, εγκαταλείπουμε θέλοντας και μη τη γλυκιά θαλπωρή του σαλονιού, και φορτωμένοι τα μπαγκάζια μας βγαίνουμε στην αποβάθρα. Μπροστά μας, η Σκάλα με τα νυχτερινά φώτα της. Το επίνειο της Πάτμου, η Σκάλα – η παραλία του νησιού – είναι ο ένας από τους βασικούς οικισμούς της Πάτμου. Με αρκετά ανεπτυγμένη τουριστική κίνηση, ακόμα και το χειμώνα, δε φαίνεται να ξεχωρίζει και πολύ από κάθε άλλη κλασική νησιώτικη παραλία. Αυτό που τραβά αμέσως την προσοχή είναι η χαρακτηριστική αιγαιοπελαγίτικη αρχιτεκτονική: σε μας τους βορειοσποραδίτες, τουλάχιστον, που το μάτι μας έχει συνηθίσει να βλέπει κόκκινα κεραμίδια, κάνει αμέσως εντύπωση. Το κλασικό πατμιακό σπίτι, «πατινιώτικο» (όπως λένε οι ντόπιοι), είναι ένα τετράγωνο σχεδόν κτίσμα από πέτρα, ασβεστωμένο, με επίπεδη ταράτσα και μικρά ξύλινα παράθυρα – με τα παντζούρια από μέσα και τα τζαμωτά απ’ έξω. Πουθενά κεραμοσκεπή. Αντίθετα, παντού υπάρχουν καμάρες: στις εισόδους, στις βεράντες, ακόμα και στις στοές που πολλές φορές σκεπάζουν τα στενά σοκάκια.
   Μπροστά μας, στην είσοδο του λιμανιού, ξεχωρίζει ένας άσπρος, στρογγυλός θόλος: με την πρώτη ματιά νομίζεις ότι πρόκειται για κάποιο εκκλησάκι. Επίτηδες όμως έχει χτιστεί έτσι: δεν είναι παρά η οροφή του κτιρίου που στεγάζει το κέντρο πληροφόρησης της Εξαρχίας Πάτμου. Να που και η Πάτμος, με τη σειρά της, έχει τη δική της μοναδικότητα ανάμεσα στα ελληνικά νησιά. Η εκκλησία της Πάτμου αποτελεί εξαίρεση: διοικείται απ’ ευθείας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο επικεφαλής – ο Έξαρχος της Πατμιακής εκκλησίας – είναι ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Ηγούμενος – και ταυτόχρονα «διοικών» της τοπικής εκκλησίας: ο Αντίπας. Στο πρόσωπό του συγκεντρώνει όλα όσα αποτελούν την οντότητα και την ταυτότητα της Πάτμου. Και σοφά επέλεξε να δημιουργήσει το κέντρο πληροφόρησης μέσα στη μέση της Σκάλας, ώστε να είναι το πρώτο πράγμα που συναντά κανείς όταν πρωτόρχεται στην Πάτμο: ακόμα και για κείνον που έρχεται για πρώτη φορά, εντελώς ανυποψίαστος κι απληροφόρητος για το τι πρόκειται να δει και να γνωρίσει, το Κέντρο του παρέχει την ευκαιρία από την αρχή να μάθει και ν’ ακούσει σωστά, με λεπτομέρειες, όλα όσα είναι στην πραγματικότητα η Πάτμος. Κι έτσι, να τη δει και να τη  γνωρίσει πολύ καλύτερα.
   Η πρώτη ανθρώπινη φιγούρα που συναντάμε, είναι η κυρία Ζαχαρούλα: για μας, είναι η βασική «οικοδέσποινα», μιας και θα μείνουμε στο δικό της ξενοδοχείο. Έχει έρθει η ίδια να μας παραλάβει: γλυκιά, καλοσυνάτη και χαμογελαστή, αποτελεί την πρώτη ζωντανή απόδειξη ότι η ευγένεια και η φιλοξενία σ’ αυτό το νησί ακόμα υπάρχουν ολοζώντανες. Με το αμάξι της, μας πάει ως το ξενοδοχείο – αν και είναι πολύ κοντά στην αποβάθρα. Γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια μικρή, οικογενειακή βιλίτσα, που φέρει μάλιστα και το όνομα της οικοδέσποινας: «Βίλλα Ζαχάρω»… Η δεύτερη, ευχάριστη έκπληξη, είναι ο αέρας θαλπωρής που αποπνέει ο χώρος της βίλλας. Καμία σχέση με τα κρύα κι απρόσωπα ξενοδοχεία: εδώ νιώθουμε ότι ξανασυναντιόμαστε, μετά από πολύ καιρό, με κάποια αγαπημένη θεία ή ξαδέλφη, που είχαμε να δούμε χρόνια – και που τώρα έχουμε πολλά να πούμε. Κι ας μην έχουμε ξαναπατήσει το πόδι μας στην Πάτμο…


   Η ίδια αίσθηση θαλπωρής και οικειότητας μας συντροφεύει και το επόμενο πρωί. Η κυρία Ζαχαρούλα μας προσφέρει να δοκιμάσουμε το χαρακτηριστικό, πατινιώτικο γλύκισμα – το «πουγκί» – ένα μικρό, γλυκό «πιτάκι» με μαλακή ζύμη και γλυκιά γέμιση από καρύδι και μυρωδικά. Οι ντόπιοι το τηγανίζουν και το μελώνουν, ή το ψήνουν και το πασπαλίζουν άχνη. Το «πουγκί» μοιάζει αρκετά με το δικό μας «χαμαλί»: η βασική διαφορά βρίσκεται βέβαια στην αρχέγονη, σκιαθίτικη τέχνη του λεπτού φύλλου. Φυσικά, το κέρασμα της κυρίας Ζαχαρούλας γνωρίζει άμεση ανταπόδοση: η ακούραστη «πρέσβειρα» της σκιαθίτικης παράδοσης, η Αθηνά – ποιος άλλος; - έχει προνοήσει και γι’ αυτό. Τα σκιαθίτικα «χαμαλιά» κάνουν τη θριαμβευτική τους εμφάνιση στην τραπεζαρία της βίλλας «Ζαχάρω» της Πάτμου…
   Σε λίγο, έρχονται να μας παραλάβουν οι βασικοί οργανωτές της «αποστολής στην Πάτμο». Είναι ένα ζευγάρι: ο κύριος Γιάννης και η κυρία Μαρία. Γελαστοί και πρόσχαροι, μας καλωσορίζουν με πραγματική χαρά. Δεν υπάρχει προσποίηση: η χαρά είναι φανερή στα μάτια τους. Είναι εκπληκτικό το πώς σε κερδίζουν με την πρώτη ματιά: φανερό πως κάποια μυστική ευλογία κυβερνάει αυτό τον ήμερο τόπο. Και να σκεφτεί κανείς πως ούτε ο κύριος Γιάννης, ούτε η κυρία Μαρία κατάγονται από την Πάτμο… Κι όμως, ήρθαν, την αγάπησαν, δέθηκαν μαζί της κι έμειναν. Κι έγιναν κι αυτοί σιγά – σιγά ντόπιοι… Άνθρωποι με βαθιά κουλτούρα – μουσικοί κι οι δυο στο επάγγελμα – που έζησαν χρόνια στο εξωτερικό, κι όμως τώρα ρίζωσαν για τα καλά σ’ αυτή τη μικρή γωνιά του Αιγαίου. Και την αγάπησαν, και την έκαναν πατρίδα τους. Και πασχίζουν τώρα να της προσφέρουν ό, τι καλύτερο…
   Με το αμάξι τους, μας παίρνουν μαζί τους να μας δείξουν πρώτα – πρώτα αυτό που αποτελεί, ουσιαστικά, την ίδια την οντότητα αυτού του ιερού νησιού. Το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου – τον ίδιο τον τόπο της Αποκάλυψης… Ό, τι είναι για μας τους Σκιαθίτες η Παναγία η Εικονίστρια, είναι και για τους Πάτμιους το μοναστήρι της Αποκάλυψης. Ο τόπος της μεγάλης επιστροφής, η μυστική πνευματική πατρίδα τους.
   Χτισμένη επάνω στην ψηλότερη κορυφή, η καστροπολιτεία της Πάτμου – η Χώρα – είναι ο μεγαλύτερος, αλλά και ο πιο παλιός οικισμός του νησιού. Στη μέση, το μεγάλο μοναστήρι – ένα πραγματικό «καστρομονάστηρο», με ψηλά, παμπάλαια τείχη, χτισμένα σε καιρούς βαρβαρικούς, για να προφυλάξουν απ’ τη μανία των κουρσάρων τα ιερά και τα όσια. Στις αρχές του δωδέκατου αιώνα ήταν που ο βυζαντινός αυτοκράτορας, ο Αλέξιος ο Κομνηνός, με δική του διαταγή – το θρυλικό «χρυσόβουλλο» - δώρισε ολόκληρο το νησί της Πάτμου στο μοναστήρι της Αποκάλυψης. Τα μικρά, πάλλευκα σπιτάκια της Χώρας, αγκιστρωμένα πάνω στα χοντρά τείχια του μοναστηριού, το περιτριγυρίζουν λες και ζητάνε προστασία. Και πράγματι – ουκ ολίγες φορές αυτά τα τείχια προστάτεψαν τους ντόπιους απ’ τις αμέτρητες βαρβαρικές επιδρομές. Κατάλοιπο αυτών των επιδρομών, το πιο χαρακτηριστικό ίσως – σήμα κατατεθέν κάθε αιγαιοπελαγίτικου νησιού, μέχρι και σήμερα – η συνήθεια ν’ ασβεστώνουν, συχνά – πυκνά, οι γυναίκες συνήθως, κάθε εξωτερικό τοίχο, πεζούλι και ταράτσα. Το πιο πρόχειρο, αλλά κι αποτελεσματικό μέσο απολύμανσης, αντίδοτο για τις κακές, μολυσματικές αρρώστειες που κουβαλούσαν συνήθως οι επιδρομείς απ’ τις μακρινές τους πατρίδες…
   Το μοναστήρι, χτισμένο από τον όσιο Χριστόδουλο, μοιράζεται ουσιαστικά σε δυο κτίσματα: στο κεντρικό μοναστήρι, στη μέση της Χώρας, και στο κτίσμα που περιβάλλει το σπήλαιο της Αποκάλυψης, λίγο χαμηλότερα. Υπάρχει ακόμα το παλιό, πλακόστρωτο μονοπάτι – εκτός απ’ τον καινούργιο αμαξιτό – που εύκολα, χωρίς πολύ κόπο, σε μεταφέρει απ’ τη Σκάλα στο Σπήλαιο, κι από κει στη Χώρα. Η νησιώτικη αψίδα, η «καμάρα», βασιλεύει παντού. Είναι ν’ απορεί κανείς πώς ο μικρός, αδύναμος άνθρωπος, μπορεί καμιά φορά να μεγαλουργήσει… Μπροστά μας, η θεόρατη πύλη της μονής ανοίγει και μας υποδέχεται. Μπαίνουμε στον αύλιο χώρο: ένα θαύμα αρχιτεκτονικής. Ένα κτίσμα – χάρμα οφθαλμών – με άπειρους, βοηθητικούς χώρους, ταράτσες, βεράντες, υπόγεια, στοές, λειτουργικό και φιλόξενο, μας τυλίγει κι αυτό με τη σειρά του σε μια ατμόσφαιρα κατάνυξης, αλλά και θαλπωρής… Αριστερά μας, καθώς μπαίνουμε, η είσοδος του καθολικού: ο κυρίως ναός της μονής. Μια μυστηριακή γαλήνη έρχεται να σε αγκαλιάσει και να σου γαληνέψει την ψυχή… Το σκήνωμα του ίδιου του κτήτορα, του οσίου Χριστοδούλου, αναπαύεται στο μικρό παρεκκλήσι στα δεξιά. Στη μέση, ο ναός: το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο, ένα εξαιρετικό έργο τέχνης, δουλεμένο από δώδεκα εκλεκτούς Χιώτες μαστόρους, μαγεύει για ώρα το βλέμμα σου.
   Ο ίδιος ο καθηγούμενος, ο Αντίπας, μας υποδέχεται. Πράος και μειλίχιος, αλλά και συνετός πνευματικός ηγέτης, μας κερδίζει με την πρώτη ματιά. Φιλόξενα μας προσκαλεί για φαγητό: η εμπειρία αυτού του γεύματος στο μοναστήρι, είναι η πρώτη ζωντανή απόδειξη του πόσο πιστά τηρείται η αγιορείτικη παράδοση σ’ αυτό τον ευλογημένο τόπο. Το αγιορείτικο τυπικό προβλέπει χωριστή τραπεζαρία για τις γυναίκες της συντροφιάς: οι άνδρες, μαζί και οι μοναχοί της αδελφότητας, αποσύρονται στην Τράπεζα. Οι γυναίκες συγκεντρωνόμαστε σε άλλο χώρο: μια μικρή, φιλική τραπεζαρία στα δεξιά της εισόδου. Το γεύμα είναι πλούσιο: μια καταπληκτική ψαρόσουπα. Χριστόψαρα, λιθρίνια, σκορπίνες, ως και «αμπαλάδες», που μυρίζουν ακόμα θάλασσα. Στις καράφες, ένα μυρωδάτο ρουμπινί κρασί από τη Ρόδο. Ο Θανάσης, ο μάγειρας της μονής, είναι δεινός ψαράς: ό, τι πιάνουν τα δίχτυα του το μαγειρεύει πάντοτε την ίδια μέρα. Ευγενικά, έρχεται να μας χαιρετίσει και να μάθει αν μας άρεσε η μαγειρική του. Ε, δεν εκπλήσσομαι πια: πάλι η ίδια ευγένεια κι η αρχοντιά, η καθαρά «πατινιώτικη». Από τι πάστα, αλήθεια, είναι φτιαγμένοι αυτοί οι άνθρωποι; Απ’ τον πρώτο ως τον τελευταίο, έχουν τον τρόπο να σε κάνουν να νιώσεις ξεχωριστός: και κυρίως, πως βρίσκεσαι σπίτι σου.
   Μετά το φαγητό, ο γέροντας Αντίπας μας παίρνει και μας ξεναγεί στους χώρους της μονής. Μας μπάζει στο συνοδικό – τη «σάλα υποδοχής», που ανοίγει στις μεγάλες λατρευτικές συνάξεις. Δίπλα στην είσοδο, μια παλιά ξύλινη βιτρίνα και μέσα ένα ολόκληρο σερβίτσιο: εγγλέζικη πορσελάνη. Δεκάδες οι ανώνυμοι δωρητές, που πρόσφεραν στη μονή κατά καιρούς ο, τιδήποτε διέθεταν, σαν ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης. Μπαίνουμε στην αίθουσα: γύρω – γύρω, τα πορτραίτα των προκατόχων του καθηγούμενου. Την προσοχή τραβάει αμέσως το παλιό, πανέμορφο ρολόι τοίχου – ποιος ξέρει ποιο αρχοντόσπιτο το χάρισε στο μοναστήρι, και πότε. «Τεργέστη» γράφει επάνω με καλλιγραφικά γράμματα.
   Καφές, και γλυκό του κουταλιού μήλο. Κατεβαίνουμε στο ισόγειο, στο εργαστήριο συντήρησης εικόνων. Μας υποδέχεται ο πατήρ Γρηγόριος – συντηρητής στο επάγγελμα. Γύρω του, παμπάλαιες βυζαντινές εικόνες – κειμήλια αμύθητης αξίας και σημασίας. Εκείνος υπομονετικά, με επιδεξιότητα αλλά και σεβασμό, αφαιρεί σιγά – σιγά από πάνω τους τα σημάδια του χρόνου και της φθοράς – αλλά και της βάρβαρης, κάποτε, ανθρώπινης επέμβασης…
   Μαζευόμαστε στο καθολικό της μονής: είναι ώρα εσπερινού. Στο δεξί ψαλτήρι, ο ηγούμενος – στο αριστερό αναλαμβάνει ο Κωστής. Καλλίφωνοι βεβαίως αμφότεροι… Ένας ηλικιωμένος μοναχός κανοναρχεί, πηγαίνοντας ακούραστα κάθε τόσο πέρα – δώθε στα δυο αναλόγια, σύμφωνα πάντα με το αγιορείτικο τυπικό. Σίγουρα, από κάποια γωνιά θα κρυφακούει χαμογελώντας μακάρια κι ο κυρ – Αλέξανδρος, ο Σκιαθίτης…
   Κατεβαίνουμε από τη Χώρα. Ο γέροντας μας συνοδεύει με δεύτερο αμάξι. Στην άλλη άκρη του κολπίσκου, απέναντι από τη Σκάλα, βρίσκεται ένα άλλο μοναστήρι – ένα «κάθισμα», όπως λένε στην «αγιορείτικη» γλώσσα. Είναι η Παναγία της Κουμάνας: μας υποδέχεται μια ηλικιωμένη μοναχή – η Φιλοθέη, μια μικροκαμωμένη και εύθραυστη γερόντισσα, με το πιο γλυκό πρόσωπο και τα πιο έξυπνα γαλανά μάτια που μπορεί κανείς να φανταστεί. Πίσω της, μισοκρύβεται ντροπαλά η τετράχρονη Σώζα – η κόρη του πατέρα Γρηγόριου, που εργάζεται ως συντηρητής στη μονή. Η πιο μικρή σε ηλικία – κι όμως, η πιο ενημερωμένη ξεναγός που έχω δει ποτέ στη ζωή μου… Θαρρετά, η Σώζα τραβάει την Αθηνά και μένα απ’ το χέρι. «Ελάτε να δείτε κάτι υπέροχο» μας λέει και μας οδηγεί στο εκκλησάκι της μονής. Μιλάει για την εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται εκεί: «Η των πάντων χαρά»…
   Βράδυ. Κατεβαίνουμε για μια χαλαρή βόλτα στη Σκάλα: σ’ ένα στενό μαγαζάκι, ένας ασπρομάλλης ξυλογλύπτης δουλεύει κάτω από μια λάμπα. Θέλω να τον φωτογραφίσω. Τελικά, γνωριζόμαστε. Μας συστήνεται: Αντώνης Μπαχάς, ο πολυτεχνίτης. Στην κυριολεξία πολυτεχνίτης: ο κυρ – Αντώνης κατασκευάζει νησιώτικες λύρες, βιολιά, ξυλόγλυπτα, είναι μαραγκός, σιδηρουργός, ραδιοτεχνίτης, ηλεκτρονικός, αλλά και μελισσοκόμος! Επιπλέον, μαθαίνουμε ότι θα αναλάβει να φτιάξει το πρώτο ελαιοτριβείο της Πάτμου…


   Παρασκευή πρωί. Έχουμε λίγο ελεύθερο χρόνο: αποφασίζουμε να νοικιάσουμε αυτοκίνητο για να περιηγηθούμε μόνοι μας στα πέριξ. Σε λίγο βγαίνουμε από τη Σκάλα και κατευθυνόμαστε προς τη Χώρα. Ξεκινάμε για το Σπήλαιο της Αποκάλυψης… Το κτίσμα, που περιβάλλει τον ιερό βράχο, είναι στην ουσία ένα σύμπλεγμα από μικρά λευκά σπιτάκια και κελιά – μια μικρογραφία της καστροπολιτείας που περιβάλλει το μοναστήρι της Χώρας. Κατεβαίνουμε: παντού ασβεστωμένοι τοίχοι και θεριεμένοι ιβίσκοι, με πελώρια κόκκινα, κίτρινα και λευκά λουλούδια. Ξαφνικά, μπροστά μας, η είσοδος του ναού της Αποκάλυψης. Πάνω, ψηλά, το χαρακτηριστικό καμπαναριό – μπροστά μας, η θολωτή είσοδος. Σχεδόν πάντοτε, στους ναούς της Πάτμου σκύβεις για να μπεις: το εγώ υποκλίνεται μπροστά στο μεγαλείο της θυσίας. Το θόλο του νάρθηκα διαδέχεται η ανισόπεδη οροφή του σπηλαίου. Μπροστά, το παρεκκλήσι: λόγω της ιδιορρυθμίας του χώρου, παραδόξως είναι μεγαλύτερο από τον κυρίως ναό. Ο κυρίως ναός – ο ναός της Αποκάλυψης – βρίσκεται στα δεξιά. Και πάλι, για να μπεις πρέπει να σκύψεις: ο βράχος της οροφής χαμηλώνει απότομα. Το παλιό, ξυλόγλυπτο τέμπλο θυμίζει έντονα το Χριστό στο Κάστρο. Στη μέση, η εικόνα με το όραμα του Ιωάννη: στα δεξιά, μια στρογγυλή, μεγάλη οπή στο βράχο – το σημείο όπου ο Ευαγγελιστής ακουμπούσε το κεφάλι του για να προσευχηθεί, ή και ν’ αναπαυθεί... Λίγο πιο ψηλά, μια οπή μικρότερη – από κει πιανόταν για να σηκωθεί. Ακριβώς δίπλα, ένα χρυσόδετο Ευαγγέλιο είναι ακουμπισμένο στο βράχο, που σχηματίζει ένα φυσικό αναλόγιο. Είναι το σημείο όπου ο Πρόχορος – ο μαθητής του Ιωάννη – ακουμπούσε στο βράχο κι έγραφε, όσα φοβερά του υπαγόρευε ο «ηγαπημένος μαθητής»…
   Ο χρόνος μας πιέζει: τώρα ανεβαίνουμε για να βγούμε στο δρόμο. Ξανά στο αυτοκίνητο: ο Γροίκος, με τις νεόχτιστες ξενοδοχειακές μονάδες, τώρα είναι έρημος. Στο βάθος ξεχωρίζει ο βράχος της Καλικατσούς. Διασχίζουμε σχεδόν το νησί και φτάνουμε στο βόρειο άκρο: μπροστά μας, η παραλία της Λάμπης με τα ονομαστά πολύχρωμα βότσαλα. Πρέπει να είμαστε το μεσημέρι στον Κάμπο – κάπου εκεί βρίσκεται και η αίθουσα του πολιτιστικού συλλόγου, που θα φιλοξενήσει την εκδήλωση… Γεύμα στην ταβέρνα του Πανάγου: πικάντικα ρεβύθια με κόκκινη σάλτσα.
   Σε λίγο, βρισκόμαστε στην αίθουσα: η κυρία Μαρία είναι ήδη εκεί, το ίδιο και εννιά από τους μαθητές της μουσικής σχολής. Γιατί μεταξύ όλων των άλλων δραστηριοτήτων τους, η κυρία Μαρία και ο κύριος Γιάννης διδάσκουν μουσική και καλές τέχνες στα παιδιά της Πάτμου. Τα παιδιά προβάρουν για τελευταία φορά τα κείμενά τους: αποσπάσματα από τη «Φόνισσα», και το «Πατέρα στο σπίτι». Διαβάζουν καταπληκτικά… Και να σκεφτεί κανείς ότι το μεγαλύτερο είναι δώδεκα – δεκατριών χρονών, και το μικρότερο μόλις εννιά… Ποιος είπε ότι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι στρυφνή, δύσκολη και ακατάλληλη για διδασκαλία; Ας ακούσει πρώτα τα λόγια του κυρ – Αλέξανδρου ζωντανεμένα μοναδικά από τα χείλη των παιδιών της Πάτμου, κι ύστερα είναι σίγουρο ότι θα αναθεωρήσει πολλά πράγματα…
   Σούρουπο: ο κύριος Γιάννης μας παίρνει με το αμάξι για μια ακόμα βόλτα. Φτάνουμε στο Λιβάδι των Καλογέρων: μια ακρογιαλιά, που θυμίζει πολύ τη δική μας Κρυφή Άμμο… Στο βάθος αχνοφαίνεται η γη της Ικαρίας. Ένα μικρό λιμανάκι στην άκρη, και πέντε – έξι ψαρόβαρκες. Εκεί είναι κι ο Θανάσης: ετοιμάζεται να πάει για καλαμάρια. Πάλι μας υποδέχεται η Σώζα! Σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, μερικές πετρόχτιστες στάνες για τα κατσίκια. Τα ζώα έχουν ανέβει ψηλά – στο μισοσκόταδο ακούγονται τα κουδουνάκια στο λαιμό τους. Τα βότσαλα της αμμουδιάς τα διαδέχεται το κοκκινόχωμα της εξοχής: πέφτει δροσιά. Στο βάθος, ο ναός της Κοίμησης: δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φέρνει στο νου τον άη Γιάννη στον Πύργο. Οι νεοσυντηρημένες εικόνες του τέμπλου είναι εξαιρετικές – αν και μόλις φαίνονται στο σκοτάδι. Τις θαυμάζουμε στο φως ενός κεριού…
   Τρώμε βραδινό στο «Χιλιομόδι», την ψαροταβέρνα του Θεολόγου, που – μετά το Θανάση – δηλώνει κορυφαίος ψαράς. Και είναι… Για επιδόρπιο, κολοκύθι γλυκό του κουταλιού… Μετά το φαγητό, βόλτα με τα πόδια μέχρι τα σύνορα της Σκάλας. Το μέρος εδώ δεν έχει απότομες ανηφόρες και κατηφόρες: το περπάτημα είναι τόσο ευχάριστο, που δε συνειδητοποιούμε ότι ήδη έχουμε διανύσει μεγάλη απόσταση… Παντού κήποι με τριαντάφυλλα και γιασεμιά. Κι από πάνω, ένα τεράστιο φεγγάρι…

   Σάββατο, πέντε το απόγευμα. Είμαστε στον Κάμπο, στην αίθουσα του συλλόγου. Η αίθουσα είναι ήδη κατάμεστη… Εδώ, που νυχτώνει νωρίς, όταν λένε πέντε, είναι πέντε… Παρόντες είναι ήδη και ο γέροντας, ο πατήρ Γρηγόριος, ο συντηρητής της μονής, αλλά και ο εφημέριος του ναού της Αποκάλυψης, ο πατήρ Συμεών…
   Η κυρία Μαρία προλογίζει την εκδήλωση. Ο γέροντας Αντίπας, αφοπλιστικά φιλικός, απλός και σύντομος, απευθύνει ένα χαιρετισμό. Η Αθηνά παίρνει τη θέση της στο βήμα… Πίσω της, η οθόνη προβολής. Δεξιά κι αριστερά, τα παιδιά της Πάτμου – απλά ντυμένα σε άσπρο μαύρο – περιμένουν κρατώντας τον τόμο του Παπαδιαμάντη στα χέρια. Βλέπω με έκπληξη, ανάμεσα στο κοινό που έχει γεμίσει την αίθουσα, πολλά παιδιά – όλων των ηλικιών – αλλά και αρκετές μητέρες με μωρά στα χέρια. Κι όμως, δεν ακούγεται τσιμουδιά…
   Ένα εισαγωγικό βίντεο, με την ατμοσφαιρική μουσική του Τσιαμούλη: εικόνες οικείες για μας τους τυχερούς. Ο «άγιος των γραμμάτων» σε μια από τις λιγοστές φωτογραφίες του, παλιά σκιαθίτικα τοπία, πρόσωπα από το παρελθόν, εναλλάσσονται με φωτογραφίες που δείχνουν τα προσωπικά του αντικείμενα, τα χειρόγραφά του, τις δημοσιεύσεις του. Όλα αυτά που ήταν ο κόσμος του – όλα όσα μας τον θυμίζουν.
   Η Αθηνά παίρνει το λόγο. Ξέρω από πριν ότι δεν πρόκειται ν’ ακούσω στερεότυπα, χιλιοειπωμένα. Και επιβεβαιώνομαι: κάθε φορά έχει κάτι καινούργιο να πει. Κάθε φορά φωτίζει μια διαφορετική πλευρά των πραγμάτων. Τώρα, το θέμα της περιστρέφεται γύρω από ένα γενικότερο θεματικό άξονα: τη μάνα, τη γυναίκα, την οικογένεια. Φανερό ότι η Αθηνά αγαπάει αυτό που κάνει: ο Παπαδιαμάντης δε σου φανερώνεται, εκτός αν τον αντικρύσεις με καρδιά καθαρή. Τότε μόνο θα σου αποκαλύψει τις αλήθειες του – και θ’ ανακαλύπτεις καινούργιες, κάθε φορά που θα καταπιάνεσαι μαζί του…
   Κι άλλη προβολή. Ο Παπαδιαμάντης σε κινηματογραφική απόδοση… «Ο γάμος του Καραχμέτη» της Λένας Βουδούρη. Η απιστία του άνδρα, η άνομη επιθυμία για μια άλλη γυναίκα, κρυμμένη πίσω από το πρόσχημα της ανάγκης για απόκτηση απογόνου. Και η αποστομωτική απάντηση της γυναίκας… Η Σεραϊνώ η Κουμπίνα, η προσωποποίηση μιας ακραίας αγάπης, πέρα και πάνω απ’ τ’ ανθρώπινα όρια. Η υπέρτατη θυσία του εγώ: «Τα κόκκαλά της είχον ευωδιάσει…».
   Έρχεται η σειρά των παιδιών. Διαβάζουν αποσπάσματα από τη «Φόνισσα». Ένα – ένα, με τη σειρά, παίρνει στα χέρια του τον τόμο, διαβάζει ένα μικρό απόσπασμα, κι ύστερα ήσυχα, ευλαβικά, προσφέρει τον τόμο στο επόμενο. Ο παπαδιαμαντικός λόγος, πάντα διαχρονικός και ολοζώντανος, γίνεται τώρα δυο φορές πιο συγκλονιστικός – τώρα που ζωντανεύει από στόματα παιδιών. «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον» φαίνεται να λέει με τη σειρά του κι ο κυρ – Αλέξανδρος…
    Ο Κωστής, με το μαύρο ράσο του ψάλτη, αποδίδει εκφραστικά εκκλησιαστικούς ύμνους, τα κείμενα των οποίων έγραψε κατά καιρούς ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Παθιασμένη φύση, ανίατα ερωτευμένος με τη ζωή, και συνάμα τόσο πολύ ζυμωμένος με την ορθόδοξη λατρεία, «ο δούλος του Θεού Αλέξανδρος»… Ξέρει πως ο αφέντης του Χριστός δε θ’ απαρνηθεί ποτέ την ανθρώπινη φύση του δούλου του: αντίθετα, θα τη λυτρώσει, θα τη γιατρέψει, θα την καθαγιάσει. Το ίδιο πάθος που διακρίνεται στα διηγήματά του, το ίδιο πάθος βασιλεύει και στα εκκλησιαστικά του μελωδήματα…
   Δεύτερη ανάγνωση. Τα παιδιά διαβάζουν τώρα το «Πατέρα στο σπίτι»… Να’ σαι καλά, Μαρία Βλαχοπούλου – άξια κυρία Μαρία – που μπόρεσες να κάνεις τους μαθητές σου να βιώσουν έτσι τον Παπαδιαμάντη. Τι ηχηρή απάντηση σ’ όλους αυτούς τους ανόητους και ημιμαθείς, που κρατάνε στα ανάξια χέρια τους την τύχη της ελληνικής παιδείας! Που διατείνονται και υποστηρίζουν με πάθος ότι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι «αντιπαιδαγωγική»! Αντιπαιδαγωγική, ή μήπως επικίνδυνη; Όπως και κάθε τι που ξυπνάει συνειδήσεις, γι’ αυτό και φροντίζουμε εγκαίρως να το χαρακτηρίσουμε «απαγορευμένο» και «ακατάλληλο»; Κι όμως: τα παιδιά της Πάτμου, τουλάχιστον, σας ξέφυγαν. Δεν πρόκειται να τα κάνετε σαν τα μούτρα σας…
   Η ανάγνωση τελειώνει. Η Αθηνά παίρνει ξανά το λόγο: οι τελευταίες στιγμές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Την ίδια ώρα, το μηχάνημα προβάλλει στην οθόνη φωτογραφίες του σπιτιού του: να το εικονοστάσι, το τζάκι, το ντιβάνι όπου ξάπλωσε άρρωστος, για να μην ξανασηκωθεί. Άρρωστος κι αδύναμος ο ακάματος εραστής της ζωής και του ονείρου… Να η γωνιά όπου παρέδωσε την άγια ψυχή του…
   Τα φώτα σβήνουν. Μονάχα ένα κεράκι φωτίζει την αίθουσα. Ο Κωστής, με το μαύρο ράσο του, ερμηνεύει υποβλητικά τον τελευταίο ύμνο, που βγήκε από τα χείλη «του δούλου του Θεού Αλεξάνδρου». Λίγο πριν ξεψυχήσει: «Την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου…». Ο  αγαπημένος ύμνος του Παπαδιαμάντη. Μ’ αυτόν διάλεξε να ξεπροβοδίσει ο ίδιος την ψυχή του, στο πέρασμά της στον άλλο κόσμο… Τα λόγια του απευθύνονται στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, το Βαπτιστή – που αξιώθηκε με το χέρι του ν’ ακουμπήσει την κορυφή του ίδιου του Θεού του. Αυτό το ίδιο χέρι ζητάει ο ετοιμοθάνατος, ν’ απλωθεί προς το μέρος του – αλλά σαν χέρι βοήθειας, τώρα που ετοιμάζεται να δρασκελίσει το κατώφλι του ουρανού…  
   Τα φώτα ανάβουν. Η βραδιά έχει τελειώσει… Ταράζομαι. Βλέπω δεκάδες μάτια δακρυσμένα. Ενθουσιασμένοι, μας γεμίζουν με ευχαριστώ… Ευχαριστούν και μένα. Γιατί; Δεν έκανα απολύτως τίποτα… Ωστόσο, αυτά τα δακρυσμένα μάτια νιώθω τελικά πως θ’ άξιζαν κάθε κόπο, κάθε ταλαιπωρία. Το να τα βλέπεις και μόνο είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή…

 ♦
 
   Κυριακή πρωί: λειτουργία στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης. Η ασκητική μορφή του πατέρα Συμεών, ανάμεσα στα βράχια και με το παλιό επιχρυσωμένο τέμπλο πίσω του, θυμίζει έντονα τους παλιούς ιερείς, τους «παπαδιαμαντικούς» παπάδες «του Καστριού», που ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης περιέγραφε συχνά με τόση αγάπη στα διηγήματά του. Σα φιγούρα που ξεπήδησε απ’ το χθες ο σεμνός παπα – Συμεών, λειτουργεί με τα μάτια χαμηλωμένα. Κάπου εκεί, δεξιά, το σημείο όπου ακουμπούσε συχνά το κεφάλι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Το ίδιο κεφάλι, που έγειρε με φόβο κάποτε πάνω στο στήθος του Διδασκάλου. Κι αργότερα, τη φοβερή ώρα της Σταύρωσης, ήταν ο μόνος απ’ τους Δώδεκα, που τόλμησε να σταθεί κάτω απ’ το σταυρό Του…
   Νιώθουμε ανανεωμένοι. Ξεκινάμε ν’ ανέβουμε με τα πόδια στη Χώρα. Σε λιγάκι, προχωράμε εκστατικοί ανάμεσα στα πάλλευκα πατινιώτικα αρχοντικά. Τόση ομορφιά, πώς μπόρεσε να’ ρθει να κρυφτεί σ’ αυτά τα καλντερίμια… Μπαίνουμε στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής. Μια καλόγρια, η Καλλινίκη, μας υποδέχεται και μας μπάζει στο ναό. Μπροστά μας, η τοιχογραφία της Παναγίας της Ελεούσας. Όλες οι τοιχογραφίες, με τα λιτά χρώματά τους, είναι συγκλονιστικά ρεαλιστικές: η αποτομή της κάρας του Προδρόμου, ο λιθοβολισμός του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, η αγία Παρασκευή να κρατά στα χέρια την κάρα της…
   Η Χώρα είναι μαγευτική. Φτάνουμε στο αρχοντικό Σημαντήρη – το παλιότερο αρχοντικό της Πάτμου. Στην είσοδο μας υποδέχεται η αεικίνητη – παρά τα ογδοντατρία χρόνια της – Μόρφω Σημαντήρη, η όγδοη απόγονος του κτήτορα, που συντηρεί μέχρι σήμερα ολόκληρο το οίκημα και εκτελεί ακόμα και χρέη ξεναγού. Τα χάνουμε μπροστά σε τόση ομορφιά… Τεράστιοι χώροι, τοξωτά χωρίσματα, πέτρινα δάπεδα, βελούδινες πολυθρόνες και σερβίτσια από την Οδησσό, μπρούτζινα σαμοβάρια για το τσάι, το χαρακτηριστικό πατινιώτικο κέντημα, το «αγκαθάκι» - ένα σχέδιο σαν άνθος αγγινάρας, που δεν έχει «καλή» και «ανάποδη», όπως κι αν το δεις είναι κανονικό κέντημα… Παλιά πορτραίτα που θυμίζουν Αναγέννηση, λεπτεπίλεπτα κρύσταλλα πάνω στο τραπέζι, που κουδουνίζουν καθώς περπατάς δίπλα τους… Το απέναντι σπίτι, μας λέει η κυρία Μόρφω, είχε αγοραστεί απ’ τον Αγά Χαν. Δωμάτια, δωμάτια… Λαβομάνα από πορσελάνη, στην κρεμάστρα μια κάπα με φτερά, μπουκάλια σε σχήμα μιναρέ με αρώματα αγορασμένα απ’ τη Σμύρνη. Τζάκι; Πουθενά τζάκι… Μας κάνει φοβερή εντύπωση. Σπίτι χωρίς τζάκι; «Τι να το κάνω το τζάκι;» φωνάζει η κυρία Μόρφω. Μια φορά όλη κι όλη έχει δει χιόνι στη ζωή της. Ποτέ δεν έκανε κρύο στην Πάτμο…
   Η κυρία Μόρφω μας αποχαιρετά γελαστή. Φεύγουμε γρήγορα: ο γέροντας μας καλεί για φαγητό στο μοναστήρι… Πρώτα, όμως, επισκεπτόμαστε το μουσείο. Να το πρώτο το θρυλικό χρυσόβουλλο. Μ’ αυτό ο Αλέξιος, ο πρώτος των Κομνηνών, χάρισε το νησί της Πάτμου στον όσιο Χριστόδουλο… Να και δυο φύλλα του Πορφυρού Κώδικα: χειρόγραφο το κείμενο της Καινής Διαθήκης, γραμμένο με ασήμι πάνω σε φύλλα χαρτιού βαμμένα με πολύτιμη πορφύρα, ενώ κάθε αρχίγραμμα έχει σχεδιαστεί με χρυσό… Να και η εικόνα του αγίου Νικολάου: σε μέγεθος μικρού βιβλίου, κι όμως – απίστευτο: είναι ψηφιδωτή… Με ψηφίδες μικρές σαν το κεφάλι της καρφίτσας… Στεκόμαστε εκστατικοί μπροστά στο Χριστό του Ελ Γκρέκο. Η πιο συγκλονιστική απεικόνιση του πόνου και της εγκαρτέρησης… Πιο κει, άλλη εικόνα του Χριστού – το «Μανδήλιον» – που χάρισε κάποτε η Πάτμια Ειρήνη Κουντούρη στο μοναστήρι. Φαίνονται ακόμα τα σημάδια των δακρύων πάνω στις παρειές του προσώπου. Κι όμως, κάποτε η εικόνα παρά λίγο να πουληθεί από ανάγκη…
   Γεύμα στη μονή: αυτή τη φορά, ο Θανάσης μας ετοίμασε ξιφία σουβλάκι. Παρέα με το άλικο Ροδίτικο κρασί, η γαστρονομική τέρψη φτάνει στο ζενίθ… Τώρα μας αναλαμβάνει ο πατήρ Πολύκαρπος, ο υπεύθυνος της βιβλιοθήκης. Κατεβαίνουμε σ’ ένα δροσερό υπόγειο: το ιδανικό μέρος για να προστατέψει αυτό το θησαυρό χειρογράφων. Στην είσοδο, το πορτραίτο του Ιουστινιανού: δίπλα, ένα πανέμορφο εκκρεμές από το Άμστερνταμ. Το μεγαλύτερο μέρος του Πορφυρού Κώδικα βρίσκεται εδώ… Ο πατήρ Πολύκαρπος ακουμπάει ένα μαξιλαράκι στο τραπέζι. Φορά χοντρά, μάλλινα γάντια. Με προσοχή, κατεβάζει ένα κουτί απ’ το ράφι. Το ανοίγει: ένας μικρός, δερματόδετος τόμος. Δωδέκατος αιώνας... Με προσοχή, βγάζει τον τόμο απ’ το κουτί και τον ακουμπάει στο μαξιλαράκι. Τον ανοίγει μπροστά μας: είναι ένα ευαγγέλιο. Κάθε σελίδα, κι ένα ξεχωριστό έργο τέχνης…
   Πρέπει να φύγουμε. Ο γέροντας μας προσφέρει τον τελευταίο καφέ: «έκαστος στο είδος του», λένε, και στην περίπτωση αυτή «ειδικός» στον καφέ είναι ο Σώζος – κλασικός Πατινιώτης κι αυτός, με μια ευγένεια και μια αρχοντιά που φαίνονται στο πλατύ χαμόγελό του. Ο γέροντας Αντίπας μας ξεπροβοδίζει μέχρι έξω – τι παράξενο! Ξαφνικά, συνειδητοποιούμε ότι σε λίγες ώρες φεύγει το καράβι μας για Πειραιά. Κι όμως, μέσα σε λίγες μέρες συνηθίσαμε τόσο πολύ, που νιώθουμε ότι θ’ αποχωριστούμε δικούς μας ανθρώπους.
   Μια τελευταία βόλτα στα Λουκάκια: είναι το μοναστήρι του αγίου Νεκταρίου, με μια και μοναδική καλόγρια – τη Μαρία. Γεμάτη ζωή, μας προσφέρει καφέ και χορτόπιτα, ενώ μας διασκεδάζει με τις διηγήσεις της. Σε λίγο εμφανίζεται κι ο παπα – Ιουστινιανός, ένας λεβέντης Κρητικός καλογερόπαπας. Μαζί κι οι δυο είναι απολαυστικοί… Δεν καταλαβαίνουμε για πότε περνάει η ώρα…
   Έτοιμοι, με τα μπαγκάζια μας στην προκυμαία. Μεσάνυχτα… Η κυρία Ζαχαρούλα μας φιλάει σταυρωτά και μας αποχαιρετάει. Τι παράξενο… Πάλι η ίδια αίσθηση. Νομίζεις, όχι ότι επιστρέφεις σπίτι σου, αλλά ότι φεύγεις απ’ το σπίτι σου…
   Δεν έχω άλλα να πω. Τι θα πάρω όμως μαζί μου φεύγοντας; Σίγουρα, ένα πράγμα. Μια εικόνα: εκεί κάπου σ’ ένα μακρινό νησί του Αιγαίου, μια αίθουσα γεμάτη παιδιά, που μαζεύτηκαν για να διαβάσουν, να νιώσουν και να βιώσουν λίγη από τη μαγεία του δικού μας Αλέξανδρου: του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.