A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

A.Παπαδιαμάντη, Έμποροι των Εθνών

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Σινεμά Ο Παράδεισος

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Βόρειες Σποράδες" το 2008
Κόντευε δέκα: ο ήλιος έκαιγε κιόλα, κι έπιανε ζέστη. Στις αυλές τα τζιτζίκια χαλούσανε τον κόσμο. Κάτι τέτοιες μέρες, όλα τα σπίτια είχανε μπουγάδα: όπου έπεφτε το μάτι σου, έβλεπες σκοινιά με απλωμένα ασπρόρουχα. Και τις πιο πολλές φορές, ανάμεσα στα κάτασπρα σεντόνια, ένα σωρό πιτσιρίκια να τρέχουνε σα κουρδισμένα και να παίζουνε κρυφτό. Καμιά φορά, απάνω στο τρελό παιχνίδι, λυνότανε το σκοινί – και τότε ολόκληρη η μπουγάδα έπεφτε και τα κουκούλωνε, τα σκασμένα…
Ο φούρνος ήτανε πάλι πήχτρα. Εκτός απ’ τα ψωμιά, εκείνες τις μέρες είχανε πληθύνει και τα ταψιά. Είχανε αρχίσει να βγαίνουνε οι ντομάτες και οι πιπεριές, κι όλες οι κυράδες – λες κι ήτανε συνεννοημένες – κάνανε γεμιστά. Ο φούρναρης είχε βαρεθεί να βλέπει να περνάνε απ’ τα χέρια του ταψιά και νταβάδες όλων των λογιών, μικροί – μεγάλοι, άλλοι γεμάτοι και περιποιημένοι, κι άλλοι μισοάδειοι και κακορρίζικοι… Κι όπως ο παπάς, που ξαγόρευε στην εκκλησιά όλο το χρόνο τους αμαρτωλούς, ήξερε πια να ξεχωρίζει απ’ τις κουβέντες τους ανθρώπους, έτσι κι ο Θανάσης, ο φούρναρης, ήξερε να μαντεύει απ’ το ταψί που του φέρνανε ποιο σπίτι έχει απ’ όλα τα καλά, και ποιο το δέρνει η φτώχεια… Και σαν πονετικός που ήτανε, δυο – τρεις φορές δε δίστασε να βγάλει καμιά τροφαντή ντομάτα απ’ τα γεμάτα τα ταψιά των νοικοκυραίων, και να τη χώσει κρυφά στο ταψάκι της χήρας του Αντώνη, ή του γερο – Δημητρού, που έμενε ολομόναχος…
Αυτό, αλήθεια, ο Θανάσης το’ χε ξαγορευτεί στον παπά. Από τη μια, χαιρότανε που είχε βρει ένα τρόπο να βοηθάει τις χήρες, τους γέρους και τα ορφανά, έτσι όμορφα, και χωρίς να τον παίρνουνε χαμπάρι. «Να μην ξέρει η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου…». Αλλά πάλι, αυτό δεν ήτανε κλεψιά;… Ψυχικό με ξένο φαΐ;… Βέβαια, άμα το καλοσκεφτείς, τι πείραζε – μήπως θα πάθει τίποτα το βιος της Ζαφειρίτσας, της καπετάνισσας, ή της δημαρχίνας, άμα της λείψει μια ντομάτα; Ενώ μ’ αυτή τη ντομάτα, ο κακομοίρης ο γερο – Δημητρός βαστιότανε στα πόδια του τρεις μέρες… Απάνω σ’ αυτό το ζήτημα, προβληματίστηκε κι ο παπάς. Ήτανε και κείνο το «ου κλέψεις», που τα μπέρδευε τα πράματα – κι όμως, πάλι, τι χαρά να βλέπεις να τρώει το παιδάκι της χήρας… «Μπελά που μου’ βαλες στο κεφάλι μου, Θανάση!» είπε τέλος ο παπάς. Ο Θανάσης αποφάσισε να μην ξαναμιλήσει πια γι’ αυτό σε κανένανε. Ε, άμα ήτανε να πάει στην κόλαση για δυο ντομάτες, επιτέλους ας πήγαινε, χαλάλι…
Ύστερα, ήτανε και κάτι άλλο που το σκεφτότανε και του ανάπαυε λίγο τη συνείδηση: τι δηλαδή, καλύτερα ήτανε που ο Παντελής – ο φούρναρης του απάνω μαχαλά – είχε το χούι να τσιμπολογάει απ’ τα ταψιά του κόσμου; Αυτό δεν ήτανε δηλαδή κλεψιά;… Αυτός, στο κάτω – κάτω, το’ κανε επειδή συμπονούσε τη φτωχολογιά. Να το’ χει και βάρος από πάνω;… Ενώ ο Παντελής, μάτια μου, δεν άφηνε ταψί που να μην πάρει μεζέ. Κι όχι μονάχα ντομάτες και ζαρζαβατικά, μα και πλούσια φαγιά, κότες και γιουβέτσια και ψάρια. Έλεγε πως δοκίμαζε τάχα το φαΐ στο ψήσιμο – μ’ αυτός έχωνε το πηρούνι του παντού κι έτρωγε τα καλύτερα…
Μονάχα μια φορά την πάτησε ο Παντελής: το βρήκε απ’ τον άντρα της Ζαφειρίτσας, τον καπετάν – Νικολάκη, που ήτανε ο καλύτερος ψαράς και πάντα κουβάλαγε τα καλύτερα ψάρια. Τα ταψιά πηγαίνανε κι ερχόντανε… Στην αρχή, ο καπετάνιος έστελνε τη Ζαφειρίτσα πότε στον ένα φούρνο και πότε στον άλλο «για να τα’ χουμε καλά με όλο τον κόσμο» και «να τρώνε όλοι ψωμί». Όμως γρήγορα κατάλαβε ένα πράμα: όποτε έστελνε ταψί στο φούρνο του Παντελή, πάντα το φαΐ γύριζε λειψό… Πότε έλειπε το σκώτι απ’ το κοτόπουλο, πότε τ’ αυγά απ’ τα μελανούρια, πότε τα σφοντύλια απ’ τους κέφαλους… Ειδικά για τα σφοντύλια χολόσκανε πιο πολύ ο καπετάνιος, που ήτανε ο αγαπημένος του μεζές… Μια, δυο, τρεις, στο τέλος τ’ αποφάσισε ότι δεν πάει άλλο.
«Θα σ’ τόνε βολέψω εγώ, τον κερατά!...» ακούει ξαφνισμένη μια μέρα η Ζαφειρίτσα τον άντρα της, να μπαίνει μπουρινιασμένος στην αυλή, φορτωμένος μια αρμαθιά κέφαλους. Μπαίνει μέσα σα σίφουνας, κάνει πέρα τις γυναίκες, παίρνει το κουζινομάχαιρο, κάθεται μονάχος του και καθαρίζει τα ψάρια. Ύστερα βγάζει ένα - ένα τα σφοντύλια, τα μαζεύει σ’ ένα πιάτο, ανοίγει τις κοιλιές των ψαριών και χώνει μέσα κομμάτια φελλό!
Λαχτάρησε η Ζαφειρίτσα:
-Τι κάνεις, χριστιανέ μου, ζουρλάθηκες;
-Γυναίκα, άσ’ τα αυτά τώρα και φέρε το ταψί, απαντάει αυτός. Το ταψί, γρήγορα!
Τι να κάνει κι η Ζαφειρίτσα, τον ήξερε που ήτανε κεφάλι αγύριστο, κι άμα έβαζε κάτι με το νου του, έπρεπε να το κάνει, αλλιώς δεν ησύχαζε. Φέρνει το λοιπόν ένα ταψί, βάζουνε μέσα τους κέφαλους, τους αλατίζουνε, τους παστρεύουνε, και στο τέλος τους παίρνει ο καπετάνιος και δρόμο για το φούρνο του Παντελή.
Ο Παντελής παραξενεύτηκε που είδε τον καπετάν – Νικολάκη να’ ρχεται με το ταψί, αλλά δεν πήγε ο νους του στο κακό. Πήρε μονάχα το ταψί, είδε τους κέφαλους και ξερογλύφτηκε. Έβαλε το ταψί στο φούρνο μαζί με τ’ άλλα, και μόλις ροδίσανε τα ψάρια και τα γύρισε, πήρε την πηρούνα κι ετοιμάστηκε να πάρει μεζέ…
Τι μεζέ, που αντί για τα σφοντύλια που λιγουρευότανε, βρίσκει μέσα κάτι κομμάτες φελλό, που κοντέψανε να του κάτσουνε στο λαιμό και να τα κακαρώσει… Γιατί βλέπεις, λιχούδης καθώς ήτανε, έπιασε κι έχωσε όλες τις κομμάτες μαζί στο στόμα του… «Γκούχ!... Γκούχ!...». Τρομάξανε οι γυναίκες. «Σε καλό σου, Παντελή!...».
Πού να το πει ο Παντελής το πάθημά του; Λέξη δεν είπε σε κανένα από ντροπή. Κι όταν μεσημέριασε, κι άρχισε ο κόσμος να έρχεται, να πάρει ο καθένας το ταψί του, έρχεται κι ο καπετάνιος κουνιστός και λυγιστός. Ο Παντελής, μόλις τον είδε, μούτρωσε. Να δεις, αυτός θα του την είχε καμωμένη τη δουλειά… Μπαίνει το λοιπόν ο καπετάνιος γελαστός στο φούρνο, καλησπερίζει τις γειτόνισσες, και τέλος πλησιάζει τον Παντελή.
-Παντελάκη, τι χαμπάρια;
-Έτοιμα τα ψάρια, καπετάνιο, μουρμουρίζει ο Παντελής περίλυπος.
Ο καπετάνιος χαχάνισε, και χτύπησε τον Παντελή στον ώμο.
-Καλά τα σφοντύλια, Παντελή;
Ωχ, και δεν ανοίγεις γη, να με καταπιείς… Όλοι λέγανε πως ήτανε μεγάλο πειραχτήρι ο καπετάνιος, μα άλλο να τ’ ακούς, κι άλλο να τα λούζεσαι… Έκανε κάμποσο καιρό ο Παντελής να εμφανιστεί σε καφενέ – χώρια το κάζο που έπαθε, που το μισό σόι της Ζαφειρίτσας σταμάτησε να’ ρχεται στο φούρνο του… Ακριβά τα πλήρωνε ο φουκαράς, πεντ’ έξι παλιοσφοντύλια…
Σήμερα, στον άλλο φούρνο – του Θανάση – είχε καινούργιο πανηγύρι. Η νεολαία που ήτανε μαζεμένη μέσα, και περίμενε στην αράδα – άλλος για ψωμί, άλλος με ταψί στα χέρια – είδανε να’ ρχεται από μακριά ο Φάνης. Ετούτος ήτανε λιγάκι μουρλούτσικος, αλλά τον κάνανε μεγάλο χάζι. Ένας Θεός ξέρει πώς του’ χε καρφωθεί μέσα στο κεφάλι του ότι ένας μεγάλος άρχοντας – ο Εμπειρίκος, έτσι τον λέγανε τάχα – είχε λέει έναν πύργο στο νησί, που’ τανε χτισμένος σ’ ένα μυστικό μέρος, και μονάχα αυτός το’ ξερε… Κι από πάνω, αυτός ο άρχοντας είχε λέει και μια κόρη, όμορφη και μπιρμπιλομάτα, κι ήτανε λέει ερωτοχτυπημένη ελόγου της με το Φάνη, κι ήθελε να τον χωρίσει απ’ τη γυναίκα του και να τον παντρευτεί…
Οι πιτσιρικάδες, μόλις είδανε το Φάνη, παρατήσανε καρβέλια και ταψιά και στήσανε στα γρήγορα ολόκληρη παράσταση. Πήγανε μάνι μάνι και βρήκανε μια κουβαρίστρα. Ένας απ’ αυτούς σκαρφάλωσε κι ανέβηκε στο πατάρι του φούρνου, και μισοκρύφτηκε πίσω απ’ τα σανίδια – ενώ οι άλλοι του δώσανε να βαστάει την άκρη του σπάγκου. Κι ύστερα, τρέξανε έξω να φωνάξουνε το Φάνη…
-Φάνη, Φάνη, τρέχα!... Έλα στο φούρνο!
-Τι είναι, μωρέ;
-Ο πύργος του Εμπειρίκου! Σε ζητάνε!
-Η πριγκιπέσσα!
-Εσένα θέλει!
-Φέρτε μου το Φάνη, λέει! Τον αντρούλη μου!
Ο Φάνης, ήτανε που ήτανε, τώρα τα’ χασε ολότελα.
-Πού’ ν’ τηνε, μωρέ;… Μες στο φούρνο;
-Όχι, σε θέλει στο τηλέφωνο!
-Σε ποιο;
-Στο τηλέφωνο! Έβαλε ο Θανάσης τηλέφωνο, δεν τα’ μαθες; Μες στο φούρνο!
Ο φουκαράς ο Φάνης δε σκέφτηκε ότι το μοναδικό τηλέφωνο που βρισκότανε σ’ όλο το νησί ήτανε αυτό μέσα στο τηλεγραφείο. Ήτανε όμως αγαθιάρης, κι ό, τι και να του λέγανε, το πίστευε.
Οι μικροί οι βελζεβούληδες παίρνουνε το Φάνη απ’ το χέρι, που’ χε μείνει χάσκοντας, και τον σέρνουνε μέχρι το φούρνο.
Όλοι, άντρες και γυναίκες, που περιμένανε τη σειρά τους μες στο φούρνο, άλλο που δε θέλανε. Σταθήκανε να κάνουν χάζι… Ο Θανάσης πάλι τα’ βλεπε αυτά κι έτριζε δόντια – πού να τα βάλει όμως αυτός μονάχος του με τόσους διαόλους…
Τον παίρνουνε το λοιπόν το φουκαρά και του δίνουνε να κρατάει την κουβαρίστρα.
-Έλα, να, αυτό ειν’ το τηλέφωνο. Βάλτο αυτό στο στόμα σου, και μίλα…
Ο Φάνης έμεινε να κοιτάει την κουβαρίστρα σαν το πράμα.
Ξαφνικά, απ’ τα σανίδια του παταριού, ακούγεται μια ψιλή φωνή.
-Φάνη!... Φάνη, αγάπη μου!
Ο κακομοίρης ο Φάνης σκιάχτηκε.
-Αρή!... Εσύ είσαι;
-Εγώ είμαι, Φάνη!...
-Και πού είσαι;
-Στον πύργο είμαι, Φάνη!
Να πέσουνε όλοι χάμω και να δέρνονται απ’ τα γέλια. Και μοναχά ο Φάνης να μην παίρνει πρέφα…
-Φάνη!... Φάνη, αγάπη μου!
-Τι είναι, αρή;
-Μ’ αγαπάς, Φάνη;
-Σκασμός, αρή, μας ακούνε!
-Φάνη!... Πού είναι η γυναίκα σου;
-Πάει να βάλει μπουγάδα!
-Άκου, Φάνη!... Θα της πάρεις καινούργιες παντόφλες! Ακούς;
-Καλά!
-Και ύφασμα να της πάρεις, να κάνει φόρεμα! Εντάξει, Φάνη;
-Καλά!
-Θα της τα πάρεις, αλλιώς θα θυμώσω!...
-Καλά, μωρή!
-Άντε, Φάνη, φύγε τώρα!
-Καλά…
-Φύγε, Φάνη, να πας στη γυναίκα σου!
-Καλά, μωρή!
-Φάνη, φύγε, θα σε κατουρήσω!...
Ξαφνικά, χοντρές στάλες άρχισαν να ραντίζουν το Φάνη από ψηλά. Ο βελζεβούλης, είχε πάρει μαζί του στο πατάρι και μια κανάτα νερό…
Ο Φάνης αλαφιάστηκε.
-Τι κάνεις, μωρή τρελοκαμπέρω; Θες να μαγαρίσεις τα ψωμιά του κόσμου;…
Θες ο Θανάσης, που ήτανε μαλακός και δεν έδερνε, θες ο φουκαράς ο Φάνης, που ήτανε σαν το πρόβατο, θες ο κόσμος, που λαχταρούσε να δει λιγάκι θέαμα, να ξεσκάσει, η πιτσιρικαρία μια φορά έβγαινε πάντα στο τέλος λάδι. Κι ας έκανε στον κόσμο μεγάλες λαχτάρες… Κανένας δεν τους έδερνε πολύ – εκτός από καναδυό γειτόνισσες, κάτι καρδαμωμένες γυναικάρες που βγαίνανε με τη σκούπα, ή με το φουρνόξυλο, και πού σε πονεί και πού σε σφάζει… Κάτι τέτοιες, ήτανε χειρότερες από χωροφύλακες. Βαρούσανε στο ψαχνό… Μα ήτανε μονάχα δυο – τρεις, οι μικροί τις ξέρανε και τις αποφεύγανε.
Τώρα τελευταία, το πιο συνηθισμένο θύμα της συμμορίας ήτανε ο κυρ – Μιχάλης. Αυτός ήτανε έμπορας στα νιάτα του, κι είχε κάνει λεφτά κλέβοντας στο ζύγι… Τσιγκούναρος και σφιχτοχέρης, όσο δεν πάει άλλο, δεν έδινε βερεσέ ούτε της μάνας του… Κάτι τέτοιους τους γράφανε οι πιτσιρικάδες στα μαύρα κατάστιχα – και δεν τους αφήνανε σε χλωρό κλαρί. Πρώτος πρώτος στο κατάστιχο λοιπόν κι ο κυρ – Μιχάλης… Τώρα, ειδικά, ακόμα πιο πολύ, μια κι αποφάσισε – πρώτος αυτός – να φέρει στο νησί «κινηματόγραφο». Σαν οβίδα έσκασε τότε η είδηση: θα’ ρθεί στο νησί σινεμά!... Ο πρώτος ενθουσιασμός όμως κρύωνε αμέσως, μόλις γινότανε γνωστό το ποιος θα ήτανε ο αιθουσάρχης… Κι η πιτσιρικαρία, που έλπιζε σε βερεσέδες, καλοπιάσματα και προσωπικά χατήρια, απογοητεύτηκε…
Και πράγματι: ο κυρ – Μιχάλης, αφού νοίκιασε για ψίχουλα μια μεγάλη μάντρα, στη μέση του μαχαλά, έστησε το πανί, έφερε τις μηχανές και τα χρειαζούμενα, έγινε στο τέλος ο ίδιος αιθουσάρχης, μηχανικός προβολής και – φυσικά – ταμίας…
Ένα πενηνταράκι το εισιτήριο – κι αλλοίμονό σου άμα σου’ λειπε έστω και μονόλεπτο. Ο κυρ – Μιχάλης στεκότανε στην είσοδο, σαν τον Κέρβερο – εκείνο το μαντρόσκυλο με τα τρία κεφάλια, που λέγανε πως φύλαγε τον Άδη – κι ήτανε έτοιμος να σου δαγκώσει το χέρι.
Οι μικροί, που ξέρανε το χούι του, τον κάνανε Τούρκο.
-Κυρ – Μιχάλη, έχω σαράντα… Να μπω;
-Πενήντα!... μούγκριζε εκείνος.
Άλλος διάολος:
-Κυρ – Μιχάλη, έχω σαρανταπέντε… Να μπω;
-Πενήντα!
Και δώστου να σπρώχνεται ο κόσμος να δει τη Βουγιουκλάκη, και δώστου τα σκασμένα να τον τραβολογάνε:
-Κυρ – Μιχάλη, έχω σαρανταεφτά! Να μπω;
Ε, καμιά φορά δεν πήγαινε άλλο. Στο τέλος άρπαζε σκουπόξυλο:
-Βρε, άντε στα τσακίδια!... Δαιμόνοι!...
Ένα πράμα δεν πρόσεξε στην αρχή ο κυρ – Μιχάλης: τα σπίτια, που καμαρώνανε όμορφα όμορφα, δίπατα τα πιο πολλά, γύρω απ’ τη μάντρα. Γρήγορα οι πονηρές οι γειτόνισσες ανακαλύψανε πως, όταν νύχτωνε κι άρχιζε η προβολή, η οθόνη φαινότανε μια χαρά κι απ’ το χαγιάτι – κι έτσι γλυτώνανε και το πενηνταράκι. Κι έτσι κοντά κοντά όπως ήτανε στη μάντρα, ακουγότανε κι όλας μια χαρά…
Ο κυρ – Μιχάλης τίποτα δεν είχε πάρει μυρωδιά. Ώσπου ένα βράδυ, αφού πούλησε όλα τα εισιτήρια, κι αφού έδειρε καλά καλά με το σκουπόξυλο δυο τρία παλιόπαιδα, που του κάνανε το κεφάλι καζάνι, εκεί που άρχιζε η προβολή, κάνει έτσι, και τι να δει… Στο μπαλκόνι της θεια – Ζωίτσας, που ήτανε κατάφατσα στη μάντρα, να’ ναι μαζεμένο όλο της το σόι, και να βλέπει ταινία τζάμπα! Χώρια αυτοί που χαζεύανε απ’ τα γύρω παράθυρα…
Κόλπος κόντεψε να του’ ρθει του κυρ – Μιχάλη. Εδώ είπαμε να φέρουμε στο νησί κινηματόγραφο, που πα να πει πρόοδο, πολιτισμό, και να βγάλουμε και μεις το κατιτίς μας, που λέει ο λόγος – και τούτες εδώ οι καρακάξες να θέλουνε να με καταστρέψουνε; Κι άμα το μάθουνε και στους άλλους μαχαλάδες, θα μου’ ρχονται όλοι φρέσκοι φρέσκοι να σώνουν να μαζεύονται στο χαγιάτι της; Κι αντίς να το κόβω γω το εισιτήριο, να τα μαζώνει η κυρα – Ζωίτσα;
Τέρμα τα δίφραγκα: εκείνο το βράδυ, την πληρώσανε αυτοί που’ χανε κόψει κανονικά το εισιτήριό τους. Η προβολή αναβλήθηκε «για τεχνικούς λόγους»… Φυσικά, ούτε λόγος για να πάρουνε πίσω την αξία του εισιτηρίου… Σου λέει «μπήκες με το πενηνταράκι σου, είδες είκοσι λεπτά ταινία, γιόμισες τον τόπο πασατέμπο και θες και ρέστα από πάνω;» Θέλοντας και μη, οι θεατές μείνανε κείνο το βράδυ στα κρύα του λουτρού…
Την άλλη μέρα, ο κυρ – Μιχάλης έβαλε μπρος τα μεγάλα μέσα: πήγε και πήρε ένα θεόρατο καραβόπανο, και το’ δεσε γύρω – γύρω στη μάντρα, για να κρύψει απ’ τα αχόρταγα μάτια της γειτονιάς το πολυπόθητο θέαμα, που αυτή γύρευε σώνει και καλά ν’ απολαμβάνει τζάμπα. «Θα σας φτιάξω εγώ καλά ούλες, χαμένες!...» μουρμούριζε καθώς έδενε το καραβόπανο.
Πράγματι, το καραβόπανο έκρυψε τελείως την οθόνη. Η γειτονιά στην αρχή απογοητεύτηκε. «Βρε τον αθεόφοβο, βρε το σπαγγοραμμένο, ούτε τ’ αγγέλου του νερό…» μουρμουρίζανε οι γριές, που ακόμα είχανε νωπή στο μυαλό τους την εικόνα της Βουγιουκλάκη, να λέει εκείνο το «τσα – τσα – τσα» - το’ χανε μάθει και το τραγουδούσανε μέχρι και τα παιδιά στο σχολείο. Για κείνες, τις «παλιές», το σινεμά ήτανε έτσι κι αλλιώς χώρος απαγορευμένος – όπως ήτανε και τα παραλιακά καφενεία και οι ταβέρνες, που συχνάζανε «οι άντρες». Εκείνο το χαγιάτι της Ζωίτσας ήτανε το μοναδικό παράθυρο προς τον έξω κόσμο – αυτόν που βλέπανε στην οθόνη του σινεμά. Τώρα που τη μπούλωσε με το καραβόπανο ο κυρ – Μιχάλης, πάει…
Χωρίς να το θέλουνε, όμως, με τα παράπονά τους του φέρανε τέτοια γρουσουζιά του κυρ – Μιχάλη, που ούτε και το καραβόπανο άντεξε για παραπάνω από μια βραδιά… Μόλις νύχτωσε κι άρχισε η προβολή, να πιάσει τέτοιος δαιμονισμένος αέρας, ένα παλαβό μελτέμι, που το πήγαινε πέρα δώθε το πανί σα παπαφίγκο. Και δώστου να βροντοκοπανάει στο ντουβάρι σα λυσσασμένο… «μπα – πα – πα – πα – πα…». Έκανε τέτοιο σαματά, που σκέπαζε τελείως τα μεγάφωνα. Οι θεατές, που δε μπορούσανε ν’ ακούσουνε τίποτα απ’ την ταινία, σηκωθήκανε αγριεμένοι να φύγουνε. Και το χειρότερο, τώρα ζητάγανε πίσω και το εισιτήριο… Άντε να τους το αρνηθεί για δεύτερη φορά…
Τι να κάνει, έσπαγε το κεφάλι του ο κυρ – Μιχάλης να δει πώς θα το χειριστεί το ζήτημα. Ένας – δυο τον συμβουλέψανε να χτίσει εξ αρχής ένα μεγάλο, κλειστό σινεμά, να μπορεί να κάνει τη δουλειά του σαν άνθρωπος. Ούτε να τ’ ακούσει: «Τι λέτε, βρε, τρελαθήκατε;». Λεφτά δεν είχε για πέταμα… Άλλος του πρότεινε να ψηλώσει τη μάντρα, προσφέρθηκε μάλιστα να αναλάβει αυτός τη δουλειά. Του τα χάλαγε όμως στην τιμή… «Πόσα;…». Μα τι θαρρούσε ο κόσμος, πως είχε ελόγου του κανένα σακί λίρες, και μπορούσε να ξοδεύει έτσι στο βρόντο;… Πάντως, κάτι έπρεπε να γίνει – πιο πολύ στο πείσμα της κυρα – Ζωίτσας, που τόλμησε να του κάνει αντίπραξη.
Η τσιγκουνιά του, αλλά κι η ανάγκη, τον οδηγήσανε στη μέση λύση. Πήρε κάμποσα τούβλα, όχι τα απαραίτητα για να χτίσει κανονικά και να ψηλώσει τη μάντρα, όσο χρειαζότανε – αρκετά όμως για να τα βάλει, έτσι πρόχειρα, το’ να πάνω στ’ άλλο – ακριβώς όπως χτίζουνε σπιτάκια τα πιτσιρίκια στο γιαλό με τις πέτρες – μόνο και μόνο για να κρύψει την οθόνη απ’ τα μάτια της γειτονιάς. Και για να περιορίσει τα έξοδα στο ελάχιστο, τα τούβλα δεν τα’ χτισε τουλάχιστον κάπως πυκνά, παρά τα έστησε πρόχειρα, αφήνοντας μεγάλα κενά ανάμεσα – έτσι, πρόχειρα, χωρίς ούτε λάσπη, ούτε σοβά…
Στην αρχή, φάνηκε πως σώθηκε η κατάσταση: πρώτα – πρώτα, σταματήσανε οι συνωστισμοί στα γύρω μπαλκόνια, που ήτανε άλλοτε καθημερινό φαινόμενο, την καθορισμένη ώρα που άρχιζε η προβολή… Κι ύστερα, ο κόσμος άρχιζε σιγά – σιγά να το συνηθίζει. Μόλις πέρασε η πρώτη εντύπωση, μετά μέρα με τη μέρα έγινε κι ο «σινεμάς» κάτι το καθημερινό και συνηθισμένο, μια διασκέδαση ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη. Μονάχα οι καημένες οι γριές – που για μια στιγμή νομίσανε ότι ήρθε κάτι καινούργιο, να προσθέσει λίγη ποικιλία στη ζωή τους – αναγκαστικά αποτραβηχτήκανε και πάλι στη σιωπή του σπιτιού…
Εκείνοι όμως που δεν είχανε σκοπό να το βάλουνε έτσι εύκολα κάτω, ήτανε φυσικά ο μόνιμος εχθρός του κυρ – Μιχάλη: η πιτσιρικαρία… Αυτοί παρακολουθούσανε στενά τις κινήσεις του, κι ανάλογα καταστρώνανε στρατηγικά σχέδια αντεπίθεσης. Όσοι είχανε λίγο χαρτζηλίκι – ό, τι περίσσευε στους κουμπαράδες από τα κάλαντα ή από φιλέματα – και μπορούσανε να εξασφαλίσουν το απαραίτητο πενηνταράκι, αυτοί ήτανε εκτός σχεδίου. Οι υπόλοιποι – που ήτανε και οι πιο πολλοί – έπρεπε να σκαρφίζονται διάφορες πονηριές για να μπορούν να βλέπουνε σινεμά τζάμπα.
Στην αρχή, τα πράματα ήτανε εύκολα: δεν είχανε παρά να καλοπιάνουνε με διάφορα μικροθελήματα τις γειτόνισσες, κι ύστερα – αντί για άλλο φίλεμα – μπορούσανε ελεύθερα να στριμωχτούνε μαζί με τους άλλους στο χαγιάτι ή στο παράθυρο, να χαζέψουνε από μακριά την ταινία που έπαιζε. Η εποχή αυτή της ευτυχίας κράτησε ωσότου ο γερο – τράγος άπλωσε εκείνο το καταραμένο πανί – που κι αυτό όμως, λες κι η θεία δίκη ήτανε με το μέρος τους, αποδείχτηκε εντελώς άχρηστο: έφυγε κι αυτό με το ίδιο εισιτήριο, ντροπιασμένο σα τούρκικη παντιέρα, μέσα σε αλαλαγμούς χαράς και θριάμβου…
Να όμως τώρα που ο τσιφούταρος μηχανεύτηκε άλλο τρόπο να μπουλώσει την οθόνη – και μαζί μ’ αυτήν το παράθυρο που ξάνοιξε απότομα μπροστά στα μάτια τους ένα κόσμο, που ούτε τον είχανε ονειρευτεί… Ξαφνικά ένα πρωί, βλέπουνε τη μάντρα να’ χει ψηλώσει, μέσα σε μια νύχτα, και να’ χει γίνει άλλη τόση – σαν τον «πύργο του Εμπειρίκου», που’ λεγε κι ο Φάνης… Πάγωσε το αίμα τους στην αρχή. Τώρα;…
Η απώλεια ήτανε τεράστια, έπρεπε πάση θυσία να βρούνε ένα τρόπο να εκδικηθούνε το γερο – τσιγκούναρο που τολμούσε να τους κάνει τέτοιο πράμα. Ένας, που είχε ξάδερφο στην πόλη, τους είχε πει ότι εκεί πέρα τα παιδιά κάνανε κάτι πιο τολμηρό: πήγανε και βρήκανε μια στρογγυλή σφραγίδα, σαν και κείνη που’ χε ο ταμίας του σινεμά και σφράγιζε τα εισιτήρια. Η σφραγίδα τους βέβαια ήτανε άχρηστη, από’ να τυπογραφείο – όμως εκείνοι βρήκανε τον τρόπο να σφραγίζουνε τα χαρτάκια στρίβοντάς τη, έτσι που στο τέλος δε φαινότανε τίποτα – και με τούτα τα τζούφια εισιτήρια μπορούσανε μια χαρά να ξεγελάσουνε τον ταμία και να μπαίνουνε σαν κύριοι στο σινεμά… Μα άντε τρέχα γύρευε, πού να βρεις τέτοια σφραγίδα εδώ πέρα – τέτοιες υπήρχανε μονάχα στο δημαρχείο, στο ταχυδρομείο και στο ειρηνοδικείο. Άντε μπες και κλέψε καμιά άμα έχεις κότσια…
Ρίχνοντας όμως μια πιο προσεχτική ματιά στην ψηλωμένη μάντρα, προσέξανε την αραιή κατασκευή της. Η τσιγκουνιά του κυρ – Μιχάλη είχε σαν αποτέλεσμα να υψωθεί ολόγυρα ένας ψηλός τοίχος, που όμως στην πραγματικότητα ήτανε αραιός, γιομάτος τρύπες… Ό, τι έπρεπε. Αυτό τους άνοιγε άλλο δρόμο, που ούτε τον είχανε φανταστεί στην αρχή: τώρα μπορούσανε να σκαρφαλώσουνε πάνω στη μάντρα… Με άνεση, αφού θα μπορούσανε να πατάνε με χέρια και με πόδια πάνω στα κενά, που έχασκαν ανάμεσα στα τούβλα, αθέατοι απ’ έξω – μια και θα’ τανε σκοτάδι, την ώρα της προβολής – προπαντός, όμως, αθέατοι κι από μέσα, μια κι ο κυρ – Μιχάλης εκείνη την ώρα αναγκαστικά θα’ τανε μέσα στο σινεμά, παίζοντας αυτή τη φορά το ρόλο του μηχανικού προβολής… Κι έτσι, θα μπορούσανε να πάρουνε μια χαρά το αίμα τους πίσω, απ’ το γερο – τσιφούταρο, που τόλμησε να τους πετάξει έξω απ’ το σινεμά…
Βράδυ: ένα μπουλούκι κόσμος μαζεμένος από νωρίς και πάλι έξω απ’ τη μάντρα. Όλοι σενιαρισμένοι, ξουρισμένοι, καθαροί – οι γυναίκες περιποιημένες, καμαρωτές, οι πιο τολμηρές με λιγάκι κοκκινάδι – με γυαλισμένα παπούτσια και με το πενηνταράκι στο χέρι. Και στη μέση ο κυρ – Μιχάλης, φουριόζος και φωνακλάς, να σφραγίζει και να κόβει τα εισιτήρια – κι η χαρά φούσκωνε μέσα του, κάθε φορά που συλλογιζότανε τη φρεσκοχτισμένη μάντρα του και το κάζο που’ παθε κείνη η πονηρή η γειτόνισσα, η κυρα – Ζωίτσα…
Άρχισε η προβολή. Σκοτάδι στην αρχή, ησυχία, και ξαφνικά τα μεγάφωνα αρχίσανε μια ζωηρή, κεφάτη μουσική. Πέσανε τα γράμματα. Κι ύστερα, βγαίνει ξαφνικά ένας φαλακρός, θεοπάλαβος, που τους έκανε να ξεκαρδιστούν με το που τον είδανε….
Όλοι, με καρφωμένα τα μάτια στην οθόνη, χαζεύανε με μισάνοιχτο στόμα τις ασπρόμαυρες φιγούρες, που σαλεύανε πάνω στο τεντωμένο πανί. Κάθε τόσο τρανταζόντανε από τα γέλια: οι πιο πολλοί βλέπανε για πρώτη φορά το Βέγγο. Τον παρακολουθούσανε σαν υπνωτισμένοι να τρέχει δώθε – πέρα, να πέφτει, να σηκώνεται και να βρίσκει κάθε τόσο το μπελά του. Κοντεύανε να πέσουνε απ’ τις καρέκλες τους…
Τι ήτανε αυτό;… Σεισμός; Καταποντισμός; Δευτέρα Παρουσία;… Στα καλά καθούμενα, θαρρείς κι άνοιξε η γη… Την ευχάριστη ατμόσφαιρα έσκισε ξαφνικά στα δύο ένα «βρρρρρρρ…» - μια βροντή κι ένα κακό, που λες και γκρεμιζότανε το όρος Αραράτ… Σηκώθηκε σκόνη. Ο κόσμος λαχτάρησε. Πεταχτήκανε όλοι απάνω με γουρλωμένα μάτια, μη ξέροντας από πού τους ήρθε.
-Το ντουβάρι! Έπεσε το ντουβάρι!...
Αμέσως, γυρίσανε όλοι προς τα κει: στη μέση ακριβώς της φρεσκοχτισμένης μάντρας έχασκε μια φοβερή τρύπα, ένα χάραυλο σαν και κείνο που χάσκει απάνω στην Ακρόπολη, στον Παρθενώνα, που’ ναι όλες οι κολόνες μισογκρεμισμένες από τη μια πάντα.
Τρέξανε όλοι έξω: ανάμεσα στα χώματα και στα πεσμένα τούβλα, ανάσκελα και μπρούμυτα, με την ψυχή στα δόντια, δυο – τρεις μοσχόμαγκες της γειτονιάς – οι πιο θερμόαιμοι πολέμιοι του κυρ – Μιχάλη, αυτοί που τρώγανε τις πιο πολλές σκουποξυλιές – λαχταρισμένοι και πνιγμένοι στη σκόνη, με γδαρσίματα και στουμπίσματα εδώ εκεί.
-Άπαπα, Παναϊά μ’, το παιδί!...
Πεντ’ έξι γυναίκες τρέξανε να περιθάλψουνε τους μικρούς τραυματίες. Οι άντρες δεν ξέρανε πώς να φερθούνε: να βγάλουνε λουρί, να δώσουνε δυο – τρεις παραδειγματικές για την αποκοτιά, ή να πούνε δόξα τω Θεώ που δεν τσακίστηκε κανένα απ’ τα «τρικλοζ’ γούρια», να το κλαίει η μάνα του…
Ως και δω θριάμβευε η τσιγκουνιά του κυρ – Μιχάλη… Που «δεν έσωσε να βάλει κάνιο λιγάκι τσιμεντάκ’», να γίνει ένα κανονικό ντουβάρι… Την πληρώσανε οι πιτσιρίκοι, με μια βδομάδα αναγκαστικό «κατ’ οίκον περιορισμό», ώσπου να γιάνουν τα χτυπήματα – αλλά προπάντων ο ίδιος ο κυρ – Μιχάλης, αφού τώρα ο κόσμος φοβότανε να μπει σε σινεμά που τα ντουβάρια του γκρεμίζονται σα να’ ναι από ζάχαρη… Ύστερα απ’ αυτό, άρχισε πια να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να χτίσει μια κανονική αίθουσα σ’ ένα απ’ τα αμέτρητα οικόπεδά του.
Κι έτσι κι έγινε… Πέρασε καιρός. Τώρα, την «κινηματογραφική επιχείρηση» αναλάμβανε ο γιος… Ο καινούργιος «σινεμάς» έμπαινε πια στα σκαριά. Η παλιά μάντρα εγκαταλείφθηκε – το αραιοχτισμένο ντουβάρι, με το γκρέμισμα εκείνο στη μέση, έμεινε να χάσκει έτσι κάμποσον καιρό. Μες στη μέση – εκεί που ήτανε άλλοτε η «αίθουσα» - φύτρωσε και θέριεψε γρήγορα ένας ψηλός ορνός. Η γειτονιά πήρε πάλι την ίδια παλιά, ήσυχη όψη – τώρα πια αλλού μαζευότανε ο κόσμος τα βράδια του καλοκαιριού. Οι πρώτες προβολές, το πανί, το γκρέμισμα, γρήγορα ξεχαστήκανε. Οι παλιές γρατζουνιές είχανε κλείσει πια προ πολλού, οι μοσχόμαγκες είχανε γίνει πια παλληκαράκια. Μα είναι και κάτι άλλες γρατζουνιές, που δεν κλείνουνε ποτέ – και πονάνε χρόνια, πανάθεμά τες… Ίδιες κι απαράλλαχτες σαν και κείνο το γκρέμισμα, στη μέση της κακοχτισμένης μάντρας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου